Categories: Ελλάδα

Lost in Translation: Η «Γλωσσική Έκπτωση» και το Outsourcing της Ελληνικής Ψυχής – της Νίκης Καταφελή

Καθώς πληκτρολογώ, πιάνω τον εαυτό μου να τσεκάρει εμμονικά τα notifications. Έχω ένα deadline που με πιέζει και, για να είμαι ειλικρινής, το mood μου δεν είναι το ιδανικό. Νιώθω ένα ελαφρύ burnout. Ή μήπως είναι απλώς κούραση; Σταματώ για λίγο. Κοιτάζω τη λέξη στην οθόνη: Burnout. Πόσο βολική, πόσο καθαρή, πόσο κλινικά αποστειρωμένη. Αν έγραφα ότι νιώθω «ψυχική και σωματική εξουθένωση», ότι η ύπαρξή μου έχει αρχίσει να «φυλλοροεί», θα ακουγόμουν δραματική, ίσως και γραφική. Ενώ το burnout; Το burnout είναι legit. Είναι παράσημο του σύγχρονου corporate πολεμιστή. 

Και κάπου εδώ ξεκινάει το πρόβλημα. Ή μάλλον…το issue! 

Ζούμε σε μια εποχή «Γλωσσικής Έκπτωσης». Και δεν αναφέρομαι στην αισθητική του πράγματος, ούτε θα το παίξω γλωσσαμύντορας που κυνηγάει φαντάσματα καθαρότητας. Το πρόβλημα χρήζει δέουσας προσοχής και  αφορά αυτό που οι γλωσσολόγοι (και οι ποιητές που απέμειναν) ονομάζουν Εννοιολογική Πυκνότητα. Η σταδιακή αντικατάσταση των σύνθετων ελληνικών εννοιών από αγγλικά buzzwords δεν είναι απλώς θέμα λεξιλογίου. Είναι θέμα οντολογίας. Όταν χάνουμε τις λέξεις μας, χάνουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε τον κόσμο. Κάνουμε outsourcing τα συναισθήματά μας σε μια ξένη γλώσσα, υιοθετώντας μαζί και τα ξένα ψυχικά μοντέλα που, πολύ φοβάμαι, δεν ταιριάζουν στο δικό μας DNA. 

Το “burnout” και η απώλεια του τραγικού 

Ας επιστρέψουμε στο “burnout”. Η λέξη παραπέμπει σε μηχανή. Ένα κύκλωμα κάηκε, χρειάζεται αντικατάσταση ή reboot. Η ελληνική γλώσσα, όμως, όταν μιλάει για πόνο, έχει σώμα. Λέμε «μου κόπηκαν τα ήπατα», «μαράζωσα», «κατέρρευσα». Αυτές οι λέξεις κουβαλούν μνήμη, αίμα και χώμα. Εμπεριέχουν το τραγικό στοιχείο της φθαρτότητας. 

Υιοθετώντας την αγγλοσαξονική ορολογία της «ψυχικής υγείας» (που πλέον έχει γίνει “wellness industry”), μετατρέπουμε τον υπαρξιακό μας πόνο σε ένα διαχειρίσιμο project. Δεν πενθούμε πια, κάνουμε process το τραύμα. Δεν ερωτευόμαστε με πάθος και κίνδυνο, κάνουμε dating και ψάχνουμε για red flags. Η σχέση μας με την εργασία, τον έρωτα και τον θάνατο απολυμαίνεται. Γίνεται ασφαλής. Γίνεται flat. Χάνουμε την ικανότητα να βιώσουμε το βάθος, γιατί οι λέξεις που χρησιμοποιούμε είναι δισδιάστατες, φτιαγμένες για την ταχύτητα της πληροφορίας και όχι για το βάθος της εμπειρίας. 

Από το μπαλκόνι στο timeline: η αρχιτεκτονική του κουτσομπολιού 

Αυτή η μετατόπιση δεν συμβαίνει στο κενό. Καθρεφτίζεται στον χώρο που ζούμε και στον τρόπο που επικοινωνούμε. Σκεφτείτε λίγο την αρχιτεκτονική της κλασικής ελληνικής πολυκατοικίας του ’70. Εκείνα τα στενά, συνεχόμενα μπαλκόνια. Ήταν ένας χώρος οριακός, το σύνορο μεταξύ του «μέσα» (ιδιωτικό) και του «έξω» (δημόσιο). 

Εκεί γεννήθηκε μια συγκεκριμένη μορφή επικοινωνίας: το κουτσομπολιό, η καλημέρα, ο καβγάς. Υπήρχε τριβή. Υπήρχε interaction, αλλά με σάρκα. Σήμερα, η αρχιτεκτονική μας είναι ψηφιακή. Αντικαταστήσαμε το μπαλκόνι με το timeline και το story. Στο Instagram, δεν υπάρχει γειτονιά, υπάρχει audience. Δεν υπάρχει κοινωνική ζύμωση, υπάρχει engagement. 

Το ελληνικό κουτσομπολιό, με όλη την κακεντρέχεια αλλά και το ενδιαφέρον του, ήταν μια μορφή κοινωνικής σύνδεσης. Ήξερες ότι αν πάθεις κάτι, η γειτόνισσα θα το μάθει (και θα έρθει). Σήμερα, στο ψηφιακό μας «μπαλκόνι», είμαστε μόνοι μας απέναντι σε οθόνες, ποστάροντας την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας, ελπίζοντας σε likes που λειτουργούν ως υποκατάστατο της ανθρώπινης επαφής. Γίναμε broadcasters της ζωής μας, χάνοντας την ιδιότητα του συνομιλητή. 

«Μάτιασμα» vs Haters: Η μεταφυσική του Φθόνου 

Και αν νομίζουμε ότι έχουμε ξεπεράσει τις «παλιές δεισιδαιμονίες» επειδή είμαστε πλέον modern και woke, πλανόμαστε πλάνην οικτράν. Απλώς αλλάξαμε ορολογία. 

Παραδείγματος χάριν, το «μάτιασμα». Η γιαγιά μου πίστευε στο μάτι. Τι ήταν όμως το μάτιασμα, αν το αναλύσουμε ψύχραιμα, πέρα από τη λαογραφία; Ήταν ένας πανάρχαιος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Ήταν η αναγνώριση ότι η υπερβολική προβολή της ευτυχίας προκαλεί φθόνο. Ήταν μια ταπεινότητα: «Μην επαιρέσαι». Και η θεραπεία (το ξεμάτιασμα) ήταν μια πράξη φροντίδας, μια σύνδεση δύο ανθρώπων μέσω του λόγου και του λαδιού. 

Σήμερα; Σήμερα έχουμε τους haters και το toxic energy. Όταν νιώθουμε βάρος, δεν φταίει η αλαζονεία μας, φταίνε τα toxic vibes των άλλων. Αντί για ξεμάτιασμα, κάνουμε block και unfollow. Η σύγχρονη εκδοχή του φθόνου δεν έχει καμία μεταφυσική, καμία κοινοτική διάσταση. Είναι απλώς ένας ναρκισσιστικός πόλεμος χαρακωμάτων. Το «μάτι» είχε μέσα του τον φόβο του Θεού ή της Μοίρας. Το hate έχει μέσα του μόνο την αγωνία της εικόνας μας. 

Η «Αγία Ελληνική Οικογένεια»: Το απόλυτο comfort zone 

Τέλος, ας τολμήσουμε να αγγίξουμε το ιερό τοτέμ: την οικογένεια. Χρησιμοποιούμε ακόμα λέξεις βαρύγδουπες, αλλά στην ουσία, η ελληνική οικογένεια έχει μετατραπεί στο απόλυτο safe space,  με την πιο νοσηρή έννοια του όρου. 

Μιλάμε για support system, για γονείς-ελικόπτερα που προστατεύουν τα παιδιά από κάθε struggle. Αλλά μήπως αυτή η προστασία είναι τελικά ευνουχισμός; Η έννοια του «πολίτη» στην αρχαία Αθήνα προϋπέθετε την έξοδο από τον «Οίκο» και την έκθεση στην «Αγορά». Ο ιδιώτης (από το λατινικό “idiota”) ήταν αυτός που έμενε κλεισμένος στον μικρόκοσμό του, εξού και το αγγλικό “idiot”. 

Σήμερα, η γλωσσική και πρακτική μας προσκόλληση στην οικογενειακή θαλπωρή δημιουργεί ανθρώπους που δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως ενεργοί πολίτες. Φοβόμαστε το exposure, φοβόμαστε την ευθύνη, και επιστρέφουμε διαρκώς στη φωλιά. Αντικαταστήσαμε την πολιτική δράση με τον ακτιβισμό του καναπέ και την κοινωνική ευθύνη με το family bonding. Η οικογένεια δεν είναι πια το εφαλτήριο για τη ζωή, αλλά το καταφύγιο από αυτήν. Και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να την περιγράψουμε γίνονται όλο και πιο μαλακές, όλο και πιο προστατευτικές, κρύβοντας την αλήθεια: ότι αρνούμαστε να ενηλικιωθούμε. 

Reclaiming the Narrative (;) 

Κλείνω αυτό το κείμενο και νιώθω την ειρωνεία να με χτυπάει κατακούτελα. Χρησιμοποίησα τουλάχιστον δεκαπέντε αγγλικούς όρους για να καταγγείλω τη χρήση τους. Είμαι κι εγώ μέρος του προβλήματος; Προφανώς. Είμαστε όλοι θύματα μιας παγκοσμιοποιημένης μονοκουλτούρας που ισοπεδώνει τις αποχρώσεις. 

Όμως, ίσως το πρώτο βήμα είναι η συνειδητοποίηση. Να καταλάβουμε ότι όταν λέμε «σ’ αγαπώ» έχει άλλο βάρος από το “love ya”. Ότι το «μεράκι» δεν είναι “passion”, και η «παρηγοριά» δεν είναι “support”. Να προσπαθήσουμε, έστω και λίγο, να ξαναβρούμε τις λέξεις που έχουν γωνίες, που γρατζουνάνε, που έχουν βάρος. 

Γιατί στο τέλος της ημέρας (ή…at the end of the day, αν προτιμάτε), η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Είναι το σπίτι μας. Και αυτή τη στιγμή, το έχουμε βάλει στο Airbnb. 

Recent Posts

Εξαφάνιση 16χρονης Λόρας: Οι σπαρακτικές εκκλήσεις των γονιών της για επιστροφή της

Οι γονείς της 16χρονης Λόρας εκφράζουν με σπαρακτικά μηνύματα την αγωνία και τον πόνο τους,…

Γυμναστική 2026: Οι νέες τάσεις για υγεία, ενέργεια και ευεξία

Το 2026 φέρνει νέες τάσεις στη γυμναστική, που συνδυάζουν την άσκηση με την ψυχική ευεξία…

Συντάξεις Φεβρουαρίου 2026: Πότε πληρώνονται οι δικαιούχοι

Οι συνταξιούχοι περιμένουν τις πληρωμές Φεβρουαρίου 2026, με τα Ταμεία να ανακοινώνουν τις ημερομηνίες πίστωσης…

Καφές: Ο καθημερινός «σύμμαχος» για ενέργεια και υγεία

Ο καφές δεν είναι απλώς μια συνήθεια για πολλούς από εμάς· πρόκειται για ένα ρόφημα…

Κυψέλη: 15χρονος καταγγέλλει σεξουαλική παρενόχληση μέσα σε λεωφορείο

Σοκ προκαλεί η καταγγελία ενός 15χρονου αγοριού στην Κυψέλη, ο οποίος ανέφερε ότι έπεσε θύμα…

Συγκινητική στιγμή: Ο Σάκης Κατσούλης μαθαίνει ότι η Μαριαλένα Ρουμελιώτη είναι έγκυος

Η Μαριαλένα Ρουμελιώτη μοιράστηκε ένα βίντεο που καταγράφει τη στιγμή που ο Σάκης Κατσούλης ενημερώνεται…