Η κατάρα του Εξ’ Αδιαιρέτου: Η αρχιτεκτονική της ασυνεννοησίας- της Νίκης Καταφελή

Η κατάρα του Εξ’ Αδιαιρέτου: Η αρχιτεκτονική της ασυνεννοησίας- της Νίκης Καταφελή

Η κατάρα του Εξ’ Αδιαιρέτου: Η αρχιτεκτονική της ασυνεννοησίας- της Νίκης Καταφελή

Περπατώντας στο κέντρο της Αθήνας, στα στενά της Ερμούπολης ή ακόμα και σε ένα ημιορεινό χωριό της Πελοποννήσου, το βλέμμα συναντά συχνά το ίδιο παράδοξο θέαμα: ένα νεοκλασικό κόσμημα με περίτεχνα γύψινα, αφέγγιστα παράθυρα και μια στέγη που χάσκει, στέκεται δίπλα σε μια άχαρη, αλλά λειτουργική πολυκατοικία του ’70.

Ο περαστικός ίσως σκεφτεί: «Κρίμα, δεν έχουν λεφτά να το φτιάξουν». Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και σκοτεινή. Αυτά τα κτίρια δεν είναι θύματα της οικονομικής κρίσης. Είναι θύματα της…ανθρώπινης κρίσης. Δεν είναι απλά εγκαταλελειμμένα ακίνητα, αλλά φυσικά μνημεία ανθρώπινης ασυνεννοησίας.

Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, η έννοια της κληρονομιάς έχει μεταλλαχθεί. Το περίφημο «εξ’ αδιαιρέτου» έχει πάψει να αποτελεί πλούτο και έχει μετατραπεί σε «αντι-περιουσιακό στοιχείο» (anti-asset). Αντί για ασφάλεια, κληροδοτούμε στους απογόνους έναν λαβύρινθο ενοχών, γραφειοκρατίας και οικογενειακών αδιεξόδων. Το ακίνητο πεθαίνει αργά, ακριβώς επειδή ανήκει σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν.

Η μεταφυσική της αδράνειας

Το πρόβλημα ξεκινά από τα μαθηματικά. Όταν ένα ακίνητο καταλήγει να ανήκει σε δώδεκα κληρονόμους, με τον έναν να κατέχει το 1/16 και τον άλλον τα 3/32, δημιουργείται μια κατάσταση πλήρους παράλυσης.

Ζούμε σε ένα καθεστώς που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιδιοκτησιακός σοσιαλισμός της… συμφοράς»: όλοι έχουν γνώμη, κανείς δεν έχει την ευθύνη. Για να μπογιατιστεί μια πρόσοψη ή να αλλαχθεί μια σάπια υδρορροή, απαιτείται ομοφωνία που θα ζήλευε και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από την απόλυτη ακινησία. Το κτίριο καταρρέει όχι από έλλειψη πόρων, αλλά από πλεόνασμα γνώμης και έλλειψη απόφασης.

Το κτίριο ως «οικογενειακό πεδίο μάχης»

Ωστόσο, τα ερείπια αυτά δεν είναι άδεια. Είναι γεμάτα φαντάσματα. Αν ξύσει κανείς τους σοβάδες, θα βρει από κάτω «εντοιχισμένα» παλιά μίση, ζήλειες μεταξύ αδερφών και διαφορές δεκαετιών που δεν λύθηκαν ποτέ.

Στην Ελλάδα, δεν κληρονομούμε σπίτια. Κληρονομούμε τον πόλεμο του παππού με τον θείο, μεταμφιεσμένο σε συμβολαιογραφική πράξη.

Το «εξ’ αδιαιρέτου» μετατρέπεται στο απόλυτο όπλο εκδίκησης. Συχνά, το σπίτι αφήνεται να πέσει όχι από αδιαφορία, αλλά από καθαρή τιμωρητική διάθεση. Η άρνηση υπογραφής γίνεται πράξη ισχύος: «Δεν υπογράφω για την αξιοποίηση, για να μην πάρεις εσύ τίποτα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα χάσω κι εγώ». Είναι η τραγωδία του μηδενικού αθροίσματος, όπου η ικανοποίηση της καταστροφής του άλλου υπερτερεί του προσωπικού κέρδους.

Η αισθητική της παρακμής: Το μνημείο του Άγνωστου Κληρονόμου

Αυτή η παθογένεια αποτυπώνεται βίαια στον δημόσιο χώρο. Η αισθητική της ελληνικής πόλης είναι γεμάτη από τις «ουλές» της ελληνικής οικογένειας. Σκαλωσιές που στέκουν εκεί για δεκαετίες, προστατευτικά δίχτυα που έχουν γίνει ένα με την πρόσοψη, αγριόχορτα που φυτρώνουν στα μπαλκόνια.

Κάθε τέτοιο ερείπιο είναι ένα…μνημείο του Άγνωστου Κληρονόμου». Είναι η απτή απόδειξη ότι η ιδιοκτησία χωρίς όραμα και σύμπνοια είναι κατάρα. Ο δημόσιος χώρος υποβαθμίζεται επειδή ο ιδιωτικός εγωισμός δεν μπορεί να βρει διέξοδο, μετατρέποντας γειτονιές ολόκληρες σε ομήρους οικογενειακών διαφορών.

Το οικονομικό παράδοξο: «Πλούσιοι» στα χαρτιά, φτωχοί στην τσέπη

Το πιο τραγικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι το οικονομικό. Χιλιάδες Έλληνες βρίσκονται παγιδευμένοι σε έναν ιδιότυπο «φορολογικό εγκλωβισμό». Εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες σημαντικής ακίνητης περιουσίας, πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, φόρους κληρονομιάς και τέλη, για ερείπια στα οποία δεν μπορούν να μπουν, δεν μπορούν να πουλήσουν και σίγουρα δεν μπορούν να αξιοποιήσουν.

Η κληρονομιά, που κάποτε ήταν το «θείο δώρο» για την εξασφάλιση της επόμενης γενιάς, έχει γίνει πλέον ένα «δηλητηριώδες δώρο» (poisoned chalice). Ένας τίτλος ιδιοκτησίας που αφαιρεί ρευστότητα αντί να προσθέτει, οδηγώντας τους ιδιοκτήτες σε μια οικονομική αιμορραγία για τη συντήρηση ενός μύθου: του μύθου ότι «έχουμε περιουσία».

Η ανάγκη για μια νέα κουλτούρα

Με το Κτηματολόγιο να οδεύει προς την ολοκλήρωσή του και τα ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη» να αυξάνονται επικίνδυνα, το ζήτημα δεν είναι πλέον τεχνοκρατικό, αλλά πολιτισμικό. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι το μερίδιο σε ένα ακίνητο δεν είναι απλά ένα νούμερο στο Ε9, αλλά ευθύνη.

Όσο συνεχίζουμε να βλέπουμε την ακίνητη περιουσία ως πεδίο επίλυσης ψυχολογικών απωθημένων, οι πόλει μας θα γερνούν άσχημα και οι περιουσίες μας θα εξανεμίζονται.

Γιατί, τελικά, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και συνοψίζεται σε μία εικόνα: κάθε φορά που βλέπεις μια στέγη να μπάζει νερά σε ένα κλειστό σπίτι, βλέπεις την αποτυχία τριών γενεών να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.