
Αν κάποιος επιχειρούσε να αποκωδικοποιήσει το DNA της σύγχρονης Ελλάδας, σίγουρα δεν θα έβρισκε τις μαρμάρινες κολώνες του Παρθενώνα, ούτε τα μακροοικονομικά μεγέθη των Βρυξελλών. Η πραγματική «Ελληνικότητα» δεν κατοικεί στα μουσεία, αλλά στη μικρο-φυσική της καθημερινής ζωής. Είναι μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς», μια χωροταξική και χρονική αναρχία που, παραδόξως, διαθέτει τη δική της εσωτερική λογική.
Σε αυτή την ανάλυση, θα παρουσιάσουμε τρεις πυλώνες της νεοελληνικής εμπειρίας, όχι ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά ως οντολογικές καταστάσεις που ορίζουν το ποιοι είμαστε.
Ι. Ο πόλεμος του πεζοδρομίου
Στην ελληνική ψυχοσύνθεση, ο κενός χώρος είναι ένας νεκρός χώρος. Πρέπει να γεμίσει. Κι εδώ ξεκινά ο καθημερινός εμφύλιος πόλεμος για την κατάληψη του πεζοδρομίου.
Σε αυτή τη μάχη, υπάρχουν τέσσερις βασικοί δρώντες: ο πεζός, το τραπεζάκι, το μηχανάκι και το δέντρο. Στη δυτική πολεοδομία, το πεζοδρόμιο είναι ένας αγωγός κίνησης. Στην Ελλάδα, είναι προέκταση του σαλονιού μας. Το τραπεζάκι της καφετέριας δεν είναι απλώς ένα έπιπλο, αλλά ο «ιμπεριαλιστής» της κοινωνικοποίησης. Καταλαμβάνει ζωτικό χώρο με το επιχείρημα της «ζωής». Στην Ελλάδα, το δικαίωμα να κάθεσαι και να παρατηρείς υπερτερεί του δικαιώματος να κινείσαι.
Το παρκαρισμένο μηχανάκι λειτουργεί ως το σύμβολο του ατομικισμού και της ευελιξίας. Είναι η άρνηση του κανόνα, η υπενθύμιση ότι «βολεύομαι, άρα υπάρχω». Το δέντρο, από την άλλη, είναι ο ξεχασμένος ιθαγενής, συχνά ευνουχισμένο ή περιφραγμένο από λαμαρίνες, μια ενοχλητική υπενθύμιση φύσης σε ένα τσιμεντένιο βασίλειο.
Και ο πεζός; Ο πεζός στην Ελλάδα δεν περπατάει. Διεκδικεί. Κινείται με τεθλασμένες γραμμές, κάνει σλάλομ ανάμεσα σε φρέντο και εξατμίσεις. Αυτή η χωροταξική ασφυξία αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια: ο Έλληνας δυσκολεύεται να αντιληφθεί το δημόσιο αγαθό ως κάτι που του ανήκει. Αντίθετα, το αντιμετωπίζει ως “res nullius” (πράγμα αδέσποτο), το οποίο όποιος προλάβει, το ιδιοποιείται.
ΙΙ. Η πολιτική οικονομία του «κεράσματος»: Γενναιοδωρία ή Κυριαρχία;
Αν μεταφερθούμε από το πεζοδρόμιο στο τραπέζι, συναντάμε μια τελετουργία που προκαλεί πολιτισμικό σοκ στους Βορειοευρωπαίους: τον καβγά για το λογαριασμό. Για τον Ολλανδό ή τον Γερμανό, το Dutch treat (ο καθένας τα δικά του) είναι η επιτομή της δικαιοσύνης και της λογικής. Για τον Έλληνα, είναι μια προσβολή, μια ψυχρή λογιστική πράξη που ακυρώνει την ανθρώπινη επαφή.
Γιατί όμως μαλώνουμε για το ποιος θα πληρώσει; Είναι πράγματι ανιδιοτελής γενναιοδωρία; Η ανθρωπολογική ανάλυση τείνει προς το όχι. Το κέρασμα είναι μια μορφή Potlatch, της τελετουργικής ανταλλαγής δώρων, δηλαδή, που συναντάται σε φυλετικές κοινωνίες. Πληρώνοντας το λογαριασμό, ο «κεραστής» αγοράζει δύο πράγματα: κοινωνικό κύρος και ηθική υπεροχή.
Η κίνηση του να αρπάξεις την απόδειξη πριν τον άλλον είναι μια επίδειξη ισχύος. Λέει: «Εγώ μπορώ να φροντίσω για εσένα, άρα είμαι ισχυρός». Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα «χρέος». Ο κερασμένος οφείλει να ανταποδώσει στο μέλλον, διατηρώντας έτσι τον κοινωνικό δεσμό ενεργό. Το Dutch treat κλείνει τη συναλλαγή εκείνη τη στιγμή. Κανείς δεν χρωστάει σε κανέναν, άρα η σχέση μπορεί και να λήξει. Το ελληνικό κέρασμα αφήνει πάντα μια εκκρεμότητα, μια υποχρέωση, μια υπόσχεση συνέχειας. Είναι μια συναισθηματική επένδυση μεταμφιεσμένη σε οικονομική συναλλαγή.
ΙΙΙ. Το κοινωνικό Moratorium: Η φαινομενολογία του «αιώνιου φοιτητή»
Τέλος, περνάμε στη διάσταση του χρόνου. Ο «αιώνιος φοιτητής» έχει δαιμονοποιηθεί ως στατιστικό αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Ωστόσο, αν το δούμε ως κοινωνιολογικό φαινόμενο, αποτελεί μια ιδιότυπη ελληνική πατέντα διαχείρισης της ενηλικίωσης.
Σε μια χώρα όπου η αγορά εργασίας είναι εχθρική και η αξιοκρατία συχνά αμφισβητούμενη, η φοιτητική ιδιότητα μετατρέπεται σε ένα ασφαλές καταφύγιο, ένα κοινωνικό moratorium (αναστολή). Δεν πρόκειται απλώς για τεμπελιά. Είναι μια συνειδητή ή ασυνείδητη αντίσταση στην «σκληρή» ενηλικίωση.
Η φοιτητική ζωή στην Ελλάδα δεν είναι απλώς διάβασμα, αλλά ένα lifestyle. Είναι η μυρωδιά του καπνού στα αμφιθέατρα, οι ατέρμονες πολιτικές συζητήσεις που λύνουν και δένουν το παγκόσμιο γίγνεσθαι πάνω από έναν καφέ που διαρκεί τέσσερις ώρες. Είναι μια παρατεταμένη εφηβεία που επιτρέπει στον νέο να πειραματιστεί, να αποτύχει και να υπάρξει χωρίς το βάρος της παραγωγικότητας.
Ο «αιώνιος φοιτητής» είναι, κατά μία έννοια, ο τελευταίος ρομαντικός. Αρνείται να γίνει γρανάζι, παραμένοντας σε μια κατάσταση δυνητικότητας. Φυσικά, αυτό έχει τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά αποκαλύπτει την βαθιά ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να διατηρεί «ζώνες αποσυμπίεσης», χώρους και χρόνους όπου οι αυστηροί κανόνες της αγοράς δεν ισχύουν.
Η γοητεία της αταξίας
Κοιτάζοντας συνολικά, λοιπό, αυτά τα τρία φαινόμενα, διαπιστώνουμε ότι η ελληνική καθημερινότητα διέπεται από μια κοινή συνισταμένη: την αντίσταση στην αυστηρή οριοθέτηση.
Το πεζοδρόμιο δεν είναι μόνο για βάδισμα, είναι και για στάση. Το χρήμα δεν είναι μόνο για συναλλαγή, είναι και για σχέση. Ο χρόνος σπουδών δεν είναι μόνο για μάθηση, είναι και για ωρίμανση (ή και καθυστέρηση).
Αυτή η ρευστότητα είναι που κάνει την Ελλάδα εξοργιστική για τους τεχνοκράτες και γοητευτική για τους ποιητές. Ζούμε σε μια χώρα όπου οι κανόνες είναι ενδεικτικοί και οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλες τις εντάσεις και τις στρεβλώσεις τους, παραμένουν το απόλυτο μέτρο των πάντων. Ίσως τελικά, η «φιλοσοφία» μας να μην είναι τίποτε άλλο από την πεισματική άρνηση να γίνουμε «λειτουργικοί» με τον τρόπο που η Δύση επιτάσσει, επιλέγοντας να παραμείνουμε βαθιά, χαοτικά και ανεπανόρθωτα ανθρώπινοι.


































