«Εισαγόμενες Κόρες» και Γονείς σε Αναμονή: Η Αθέατη Συναλλαγή της Στοργή- της Νίκης Καταφελή

«Εισαγόμενες Κόρες» και Γονείς σε Αναμονή: Η Αθέατη Συναλλαγή της Στοργή- της Νίκης Καταφελή
Old, Old, Helping Hand, Young Adult, Support

«Εισαγόμενες Κόρες» και Γονείς σε Αναμονή: Η Αθέατη Συναλλαγή της Στοργή- της Νίκης Καταφελή

Στα σαλόνια της αστικής Αθήνας, αλλά και στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης ή της επαρχίας, πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων που μυρίζουν ναφθαλίνη, βραστό χόρτο και μοναξιά, συντελείται καθημερινά μια σιωπηρή κοινωνική επανάσταση. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, μια σιωπηρή συνθηκολόγηση.

Το κάδρο είναι γνωστό, σχεδόν κλισέ, αλλά η ουσία του παραμένει αβάσταχτα αιχμηρή: στον τοίχο κρέμονται οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του γάμου και τα πτυχία των παιδιών που διαπρέπουν κάπου αλλού, στο Λονδίνο, στις Βρυξέλλες ή απλώς στο «αλλού» της δικής τους πιεστικής καθημερινότητας. Στην πολυθρόνα, όμως, το χέρι του ηλικιωμένου δεν το κρατάει ο επιτυχημένος γιος ή η πολυάσχολη κόρη. Το κρατάει η Νίνα από τη Γεωργία, η Μαρία από τις Φιλιππίνες, η Σβετλάνα από τη Μολδαβία.

Αυτές είναι οι «εισαγόμενες κόρες» της Ελλάδας. Και αυτή είναι η ιστορία της «ορφάνιας» της τρίτης ηλικίας, σε μια χώρα που αρέσκεται να καυχιέται για τους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς της, ενώ στην πραγματικότητα τους έχει αναθέσει σε εργολαβία.

Η κατάρρευση του μύθου της Ελληνικής Οικογένειας

Επί δεκαετίες, το ελληνικό κοινωνικό κράτος οικοδομήθηκε πάνω σε μια βολική παραδοχή: ότι η φροντίδα των ηλικιωμένων είναι υπόθεση της οικογένειας. Το κράτος δεν χρειαζόταν να φτιάξει σοβαρές δομές πρόνοιας, γιατί υπήρχε η «Ελληνίδα μάνα/κόρη/νύφη» που θα επωμιζόταν το βάρος. Όμως, το μοντέλο κατέρρευσε. Οι γυναίκες βγήκαν στην αγορά εργασίας, τα παιδιά μετανάστευσαν (το περίφημο brain drain), και οι ρυθμοί ζωής έγιναν εξοντωτικοί.

Τι απέμεινε; Ένα τεράστιο κενό φροντίδας. Και όπως η φύση, έτσι και η οικονομία απεχθάνεται το κενό. Τη λύση έδωσε η παγκοσμιοποίηση της φροντίδας. Εισάγουμε εργατικά χέρια, όχι μόνο για να μαζέψουν φράουλες και πορτοκάλια, αλλά και για να συλλέξουν τα συντρίμμια των γηρατειών μας.

Δεν πρόκειται πλέον για μια απλή οικονομική συναλλαγή παροχής υπηρεσιών. Αν το δούμε έτσι, χάνουμε την ουσία. Πρόκειται για μια «μεταμόσχευση στοργής». Οι βιολογικοί απόγονοι γίνονται διαχειριστές της γήρανσης των γονιών τους (πληρώνουν τους λογαριασμούς, κλείνουν τα ραντεβού με τους γιατρούς), ενώ οι μετανάστριες γίνονται οι συναισθηματικοί κληρονόμοι.

Η «πλασματική συγγένεια» και το συναισθηματικό προλεταριάτο

Οι κοινωνιολόγοι το ονομάζουν «πλασματική συγγένεια» (fictive kinship). Είναι η στιγμή που η «κυρία» γίνεται «γιαγιά» και η οικιακή βοηθός γίνεται «το κορίτσι μας». Είναι μια σχέση που χτίζεται πάνω στην πιο σκληρή, αθέατη εργασία: τη συναισθηματική.

Η γυναίκα από τη Γεωργία δεν είναι εκεί μόνο για να αλλάξει την πάνα ή να δώσει τα χάπια. Είναι εκεί για να ακούσει την ίδια ιστορία από την Κατοχή για χιλιοστή φορά και να χαμογελάσει σαν να την ακούει πρώτη. Είναι εκεί για να ανεχτεί τις ιδιοτροπίες, την άνοια, τον φόβο του θανάτου. Αυτή η υπομονή δεν πληρώνεται με τον βασικό μισθό. Είναι ένα δώρο ψυχής, συχνά από γυναίκες που έχουν

αφήσει πίσω τους τα δικά τους παιδιά και τους δικούς τους ηλικιωμένους γονείς, δημιουργώντας μια παγκόσμια αλυσίδα «ελλείμματος φροντίδας».

Αφήνουν τα παιδιά τους να μεγαλώσουν μόνα τους στην πατρίδα τους, για να φροντίσουν τους γονείς μας που μένουν μόνοι τους στη δική μας πατρίδα. Μια τραγική ειρωνεία που σπάνια συζητάμε στα οικογενειακά τραπέζια.

Η στιγμή της αλήθειας: Ποιος κρατάει το χέρι;

Στα νοσοκομεία ή στα υπνοδωμάτια, όταν το τέλος πλησιάζει, η σκηνή είναι στις περισσότερες περιπτώσεις πανομοιότυπη.

Τα βιολογικά παιδιά είναι αγχωμένα στους διαδρόμους, μιλώντας στα κινητά, προσπαθώντας να διευθετήσουν τα γραφειοκρατικά, να βρουν αποκλειστική, να συντονίσουν την κηδεία πριν καν επέλθει το μοιραίο. Είναι παρόντες σωματικά, αλλά αρκετές φορές απόντες ψυχικά, τσακισμένοι από τις ενοχές και την αμηχανία του θανάτου. Δεν ξέρουν πώς να αγγίξουν το γέρικο σώμα. Έχουν ξεμάθει την οικειότητα.

Αντίθετα, η «εισαγόμενη κόρη» είναι εκεί, δίπλα στο προσκέφαλο. Αυτή ξέρει πώς να βρέξει τα χείλη του ετοιμοθάνατου. Αυτή ξέρει ποιο βλέμμα σημαίνει πόνος και ποιο σημαίνει δίψα. Αυτή χαϊδεύει τα μαλλιά.

Πολλές φορές, η τελευταία λέξη που ακούει ο ηλικιωμένος δεν είναι στα ελληνικά, ή είναι ένα σπαστό «μη φοβάσαι, εδώ είμαι». Και το τελευταίο βλέμμα αναγνώρισης πέφτει πάνω στη γυναίκα που τον έπλενε και τον τάιζε τα τελευταία πέντε χρόνια, όχι στον γιο που ερχόταν τις Κυριακές για το ταπεράκι.

Η ενοχή ως εθνικό σπορ

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η ελληνική κοινωνία έχει αναπτύξει έναν μηχανισμό άμυνας για να διαχειριστεί αυτή την «προδοσία». Βαφτίζουμε αυτές τις γυναίκες «μέλη της οικογένειας» για να απαλύνουμε τις ενοχές μας. «Η Νίνα είναι δικός μας άνθρωπος», λέμε, και νιώθουμε καλύτερα που λείπουμε.

Είναι, όμως, μια σχέση άνιση. Η αγάπη που προσφέρουν αυτές οι γυναίκες είναι συνήθως αυθεντική, αλλά η θέση τους παραμένει επισφαλής. Μόλις ο ηλικιωμένος «φύγει», η «κόρη» απολύεται. Το πένθος της δεν αναγνωρίζεται κοινωνικά. Δεν υπάρχει άδεια πένθους για την οικιακή βοηθό που έχασε τον παππού που φρόντιζε δέκα χρόνια. Την επόμενη μέρα πρέπει να βρει δουλειά σε άλλο σπίτι, να αγαπήσει άλλον ξένο γονιό, να γίνει κόρη κάποιου άλλου από την αρχή.

Το μέλλον της μοναξιάς

Καθώς ο πληθυσμός γερνάει και η υπογεννητικότητα καλπάζει, οι «εισαγόμενες κόρες» θα γίνονται όλο και πιο σπάνιες και ακριβές. Οι δεξαμενές φροντίδας από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στερεύουν καθώς και αυτές οι οικονομίες αναπτύσσονται.

Τότε, ίσως αναγκαστούμε να κοιτάξουμε κατάματα την «ορφάνια» της τρίτης ηλικίας χωρίς το μαξιλαράκι της φθηνής μεταναστευτικής εργασίας. Ίσως τότε καταλάβουμε ότι η φροντίδα δεν είναι κάτι που αγοράζεται με το κομμάτι, ούτε κάτι που μπορείς να αναθέσεις πλήρως σε τρίτους χωρίς να χάσεις κομμάτι της ανθρωπιάς σου.

Μέχρι τότε, ας αποδώσουμε τον ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτές τις γυναίκες. Στις «ξένες» που έγιναν οι πιο δικοί μας άνθρωποι. Που κράτησαν τα χέρια των γονιών μας όταν τα δικά μας ήταν απασχολημένα με το να χτίζουν καριέρες ή να πληκτρολογούν σε οθόνες. Που έγιναν οι θεματοφύλακες της αξιοπρέπειας των ανθρώπων μας, όταν εμείς είχαμε την πολυτέλεια να είμαστε απλώς επισκέπτες στο πατρικό μας σπίτι.

Η ελληνική οικογένεια επιβιώνει, ναι. Αλλά ας παραδεχτούμε πως το οξυγόνο της, πλέον, έρχεται με διαβατήριο εξωτερικού.