
Η Ελλάδα αγαπά τις αντιφάσεις. Είναι η χώρα όπου η παράδοση συγκρούεται βίαια με τον εκσυγχρονισμό, και όπου η αναρχία συχνά φλερτάρει με τον αυταρχισμό. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, ένας νέος, αθόρυβος αλλά εξαιρετικά διαβρωτικός «εμφύλιος» λαμβάνει χώρα στους κόλπους της ελληνικής διανόησης και της δημόσιας σφαίρας. Δεν διεξάγεται με όπλα, αλλά με λέξεις, hashtags και αποκλεισμούς. Το θέμα που καίει, και που ελάχιστοι τολμούν να αγγίξουν χωρίς τον φόβο του στιγματισμού, είναι ο «Κρυφός Αυταρχισμός» του Ελληνικού Προοδευτισμού.
Ζούμε σε μια εποχή που αυτοαποκαλείται εποχή της συμπερίληψης και της ανοχής. Θεωρητικά, η ελληνική κοινωνία, ή τουλάχιστον το κομμάτι της που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικό», μάχεται για τα δικαιώματα, την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και την κατάργηση των στερεοτύπων. Πίσω όμως από αυτή τη βιτρίνα της απόλυτης ελευθερίας, κρύβεται συχνά μια νέα, άκαμπτη ορθοδοξία. Μια κοσμική θεοκρατία που δεν τιμωρεί με φωτιά, αλλά με κοινωνική εξόντωση.
Ο Δογματισμός των Αντι-Δογματικών
Το πιο ειρωνικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ελληνικού προοδευτισμού είναι η σχέση του με τον δογματισμό. Ενώ ιστορικά το προοδευτικό κίνημα γεννήθηκε για να αμφισβητήσει τις αυθεντίες και να ανοίξει το πεδίο της συζήτησης, σήμερα παρατηρούμε το ακριβώς αντίθετο: τη δημιουργία κλειστών, στεγανών ομάδων που λειτουργούν με όρους θρησκευτικής αιρέσεως.
Αυτές οι «φωτισμένες» ελίτ, που κυριαρχούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα πολιτιστικά ένθετα και στα αμφιθέατρα, έχουν θεσπίσει ένα άτυπο αλλά αυστηρό σύνολο εντολών. Όποιος παρεκκλίνει έστω και ελάχιστα από το «ιερό κείμενο» της τρέχουσας ατζέντας, δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής με διαφορετική άποψη, αλλά ως ηθικά μιαρός. Ο αντίλογος δεν είναι πλέον απλώς λάθος. Είναι αμαρτία.
Αυτή η νοοτροπία οδηγεί σε έναν παραλογισμό: άνθρωποι που διακηρύττουν την πίστη τους στη διαφορετικότητα, αποδεικνύονται ανίκανοι να ανεχτούν τη διαφορετικότητα της σκέψης. Η ανοχή τους σταματά εκεί που αρχίζει η διαφωνία τους. Έτσι, δημιουργείται μια ασφυκτική ομοιομορφία, όπου η «πρόοδος» μετριέται όχι με το πόσο ανοιχτοί είμαστε σε νέες ιδέες, αλλά με το πόσο πιστά αναπαράγουμε τα συνθήματα της ομάδας μας.
Η Ψηφιακή Αστυνομία της Σκέψης
Το φαινόμενο γιγαντώνεται μέσα από τους μηχανισμούς των social media. Εκεί, η «αστυνομία της σκέψης» περιπολεί 24 ώρες το 24ωρο. Στο ελληνικό Twitter (νυν X), στα Threads και στο Facebook, στήνονται καθημερινά λαϊκά δικαστήρια. Δεν χρειάζονται αποδείξεις, ούτε καν επιχειρήματα. Αρκεί μια «λάθος» λέξη, μια άστοχη διατύπωση ή ακόμα και η σιωπή σε ένα θέμα που η ομάδα θεωρεί φλέγον, για να ξεκινήσει ο ψηφιακός λιθοβολισμός.
Αυτό που καθιστά την κατάσταση ιδιαίτερα καυστική και επικίνδυνη είναι η ηθική υπεροψία. Οι αυτόκλητοι εισαγγελείς του διαδικτύου πιστεύουν βαθιά πως βρίσκονται στη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Αυτή η πεποίθηση τους δίνει την άδεια να είναι βίαιοι, χυδαίοι και απόλυτοι, φορώντας όμως το προσωπείο του ανθρωπιστή. Είναι ο ανθρωπισμός της λαιμητόμου: κόβουμε κεφάλια για να σώσουμε την κοινωνία από το «κακό».
Το αποτέλεσμα είναι η αυτολογοκρισία. Πολλοί μετριοπαθείς πολίτες, διανοούμενοι, ακόμη και καλλιτέχνες, επιλέγουν τη σιωπή. Φοβούνται να εκφράσουν αποχρώσες απόψεις, γνωρίζοντας πως η πολυπλοκότητα δεν “πουλάει”, ενώ η πόλωση επιβραβεύεται με likes και shares. Έτσι, ο δημόσιος διάλογος φτωχαίνει, γίνεται ρηχός και τελικά, βαρετός.
Η Παγίδα της «Σωστής Πλευράς της Ιστορίας»
Η φράση «η σωστή πλευρά της ιστορίας» είναι ίσως η πιο επικίνδυνη παγίδα του σύγχρονου προοδευτισμού. Υπονοεί ότι η ιστορία είναι μια γραμμική πορεία προς μια προκαθορισμένη ηθική τελείωση και ότι εμείς, οι σημερινοί «φωτισμένοι», κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια για το μέλλον. Πρόκειται για μια βαθιά αλαζονική και αντι-ιστορική θεώρηση.
Στην προσπάθειά μας να είμαστε «σωστοί», χάνουμε την ικανότητα να είμαστε ανθρώπινοι. Ξεχνάμε ότι η δημοκρατία δεν είναι το πολίτευμα της συμφωνίας, αλλά το πολίτευμα της διαχείρισης της διαφωνίας. Όταν βαφτίζουμε κάθε διαφωνούντα ως «φασίστα», «ρατσιστή» ή «ψεκασμένο» (ακόμα και όταν δεν είναι), απλώς και μόνο επειδή αμφισβητεί πτυχές της κυρίαρχης προοδευτικής αφήγησης, τότε εμείς οι ίδιοι διολισθαίνουμε σε φασίζουσες συμπεριφορές.
Αυτός ο νέος κοινωνικός διχασμός είναι πιο ύπουλος από τους προηγούμενους. Δεν χωρίζει τους ανθρώπους με βάση την τάξη ή το εισόδημα, αλλά με βάση μια φαντασιακή ηθική καθαρότητα. Δημιουργεί δύο κόσμους που δεν επικοινωνούν: τους «αφυπνισμένους» (woke, αν δανειστούμε τον όρο, αν και στην Ελλάδα έχει πάρει μια δική του στρεβλή διάσταση) και τους «καθυστερημένους».
Προς έναν Γνήσιο Προοδευτισμό
Ο πραγματικός προοδευτισμός δεν είναι η επιβολή μιας νέας κατήχησης. Είναι η διαρκής αμφιβολία, η ικανότητα να ακούς αυτόν που σε ενοχλεί, η αναγνώριση ότι κανείς δεν κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας και της ευαισθησίας.
Η «ανοιχτή» σκέψη που απαιτεί πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για να σε αποδεχτεί, είναι κάθε άλλο παρά ανοιχτή. Είναι ένα κλουβί με χρυσά κάγκελα. Αν θέλουμε να μιλάμε για πρόοδο στην Ελλάδα του 2026, πρέπει να έχουμε το θάρρος να σπάσουμε αυτό το κλουβί. Να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη διαφωνία, ακόμα και μέσα στους δικούς μας κύκλους.
Γιατί, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο συντηρητικό από έναν προοδευτικό που έχει πάψει να ακούει. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο αυταρχικό από την ελευθερία που επιβάλλεται με το ζόρι. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να βρισκόμαστε στη «σωστή» πλευρά της ιστορίας, αλλά να διασφαλίσουμε ότι η ιστορία θα συνεχίσει να γράφεται από ελεύθερους ανθρώπους, και όχι από φοβισμένους στρατιώτες της μίας και μοναδικής αλήθειας






































