
Στην σημερινή εποχή της συνεχούς συνδεσιμότητας, το “αδιάβαστο μήνυμα”έχει αποκτήσει νέα σημασία. Δεν είναι απλώς μία καθυστέρηση στην απάντηση, είναι στάση ,επιλογή και πολλές φορές και μορφή εξουσίας. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αφήνουν μηνύματα ανοιχτά και φαίνεται να το απολαμβάνουν. Το αδιάβαστο μήνυμα λειτουργεί ως σύγχρονο φίλτρο απόστασης. Σε ένα κόσμο που όλοι είναι προσβάσιμοι ανά πάσα στιγμή, η μη απάντηση γίνεται τρόπος οριοθέτησης. “ Δεν είμαι διαθέσιμος”, “Δεν προλαβαίνω”,”Δεν θέλω”. Όμως σπάνια λέγεται ευθέως. Η σιωπή αναλαμβάνει να μιλήσει.
Παράλληλα το αδιάβαστο μήνυμα προσφέρει την αίσθηση ελέγχου. Όποιος δεν απαντά κρατά τον χρόνο ,τον ρυθμό και το πάνω χέρι στην συνομιλία.Δημιουργεί προσμονή , αβεβαιότητα ακόμη και εξάρτηση. Στις προσωπικές σχέσεις αυτό μεταφράζεται συχνά σε παιχνίδι ισχύος: ποιος νοιάζεται περισσότερο, ποιός θα σπάσει πρώτος.
Υπάρχει όμως και η κόπωση, η συνεχής ροή ειδοποιήσεων, συνομιλιών και απαιτήσεων έχει εξαντλήσει τους ανθρώπους. Πολλοί δεν αγνοούν από αδιαφορία , αλλά από υπερφόρτωση . Το αδιάβαστο γίνεται μηχανισμός άμυνας σε μία καθημερινότητα που δεν αφήνει χώρο για παύση.
Κι’ όμως όσο και αν κανονικοποιείται η πρακτική αυτή έχει κόστος. Διαβρώνει την επικοινωνία, θολώνει τις προθέσεις και ενισχύει την ανασφάλεια. Όταν η σιωπή γίνεται συνήθεια η ειλικρίνεια υποχωρεί. Αντί για ναι ή όχι μένουμε τρεις τελείες που δεν εμφανίζονται ποτέ.
Ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι αφήνουμε μηνύματα αδιάβαστα, αλλά ότι το θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό. Η σιωπή δεν εξηγείται, δεν απολογείται, δεν αμφισβητείται. Έτσι η επικοινωνία χάνει το ανθρώπινο βάρος της και μετατρέπεται σε παιχνίδι χρόνου και αντοχής.
Τα αδιάβαστα μηνύματα δεν είναι απλώς ψηφιακή λεπτομέρεια. Είναι αντανάκλαση μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να μιλήσει καθαρά , να βάλει όρια με λόγια και αναλάβει την ευθύνη της επικοινωνίας.
Σ ένα κόσμο γεμάτο λέξεις, καταλήγουμε να πληγώνουμε περισσότερο με όσα δεν λέμε.








































