
Ήμουν πέντε χρονών το καλοκαίρι του 1974. Η ηλικία που τα περισσότερα παιδιά ανακαλώντας τη μνήμη θυμούνται παιχνίδια, χώμα στα γόνατα και τη φωνή της μάνας τους να τα φωνάζει για φαγητό. Εγώ θυμάμαι ήχους. Τις σειρήνες. Έναν υπόκωφο βόμβο που έσκιζε τον ουρανό. Τη γη που έτρεμε σαν να είχε θυμώσει. Τη μάνα μου να με σφίγγει τόσο δυνατά, που πονούσαν τα πλευρά μου, και τον πατέρα μου να κοιτάζει προς τον βορρά με ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί. Φεύγουμε, πόλεμος.
Δεν καταλάβαινα τι ήταν ο πόλεμος. Καταλάβαινα όμως τον φόβο. Τον μύριζα στον ιδρώτα των μεγάλων, τον έβλεπα στα μάτια τους που γυάλιζαν χωρίς δάκρυα. Θυμάμαι να περπατάμε βιαστικά, να κοιμόμαστε κάτω από δέντρα στο δάσος. να αλλάζουμε σπίτια,. Τα παιχνίδια μου έμειναν πίσω. Κάποιοι άνθρωποι έμειναν πίσω. Για χρόνια, κάθε δυνατός θόρυβος έκανε την καρδιά μου να χτυπά σαν να ήμουν ακόμα εκείνο το παιδί.
Μεγάλωσα με μια πατρίδα μισή. Με χάρτες που είχαν γραμμές πάνω τους, με συζητήσεις ψιθυριστές γύρω από το τραπέζι, με ονόματα χωριών που προφέρονταν σαν μνημόσυνο. Ο πόλεμος δεν ήταν πια έκρηξη· ήταν σιωπή. Ήταν απουσία. Ήταν η καρέκλα του θείου μου που δεν γύρισε ποτέ.

Χρειάστηκαν πενήντα χρόνια για να νοιώσω ασφάλεια.
Και σήμερα, αυτό το αίσθημα καταρρέει. Τόσα χρόνια μετά, να ακούω στις ειδήσεις τη λέξη «ένταση», να γίνεται λόγος για απειλές, για ενδεχόμενη επίθεση στην Κύπρο, και να νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται με τον ίδιο τρόπο. Είμαι πια ενήλικας, με δικά μου παιδιά. Κι όμως σήμερα δεν ξύπνησα εγώ, ξύπνησε εκείνο το πεντάχρονο παιδί που ψάχνει με το βλέμμα του τη μητέρα του για να νιώσει ασφάλεια. Ξύπνησε ο φόβος. Για μένα για το παιδί μου, για τον κόσμο.
Ο πόλεμος του 1974 με σημάδεψε πριν καν προλάβω να καταλάβω τον κόσμο. Σήμερα, ο φόβος μιας νέας σύγκρουσης δεν με κάνει να τρέχω. Που να πάω εξάλλου? Μια βόμβα, ένας πύραυλος θα με βρει όπου και αν πάω. Όμως τώρα μπορώ να σκέφτομαι. Να αγρυπνώ. Να προστατεύω.
Και πάνω απ’ όλα, να ελπίζω ότι τα παιδιά που είναι τώρα πέντε χρονών σε ολόκληρο κόσμο θα θυμούνται μόνο καλοκαίρια με θάλασσα παιχνίδια και γέλια — κι όχι τον ήχο του ουρανού που σκίζεται στα δύο. Όχι τον θάνατο.



































