
Νέες καταγγελίες για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ, πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αυτή τη φορά σχετικά με την αγορά ενός πολυτελούς αυτοκινήτου Mercedes-Benz G-Wagon. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Daily Mail, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από εύπορους Έλληνες επιχειρηματίες να καλύψουν ποσό 250.000 δολαρίων, το οποίο συνδεόταν με δάνειο για την αγορά του οχήματος. <Cite refs={[“turn599262search1″,”turn599262search2”]}/>
Οι νέες αναφορές έρχονται ενώ η Γκιλφόιλ βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για οικονομικές συναλλαγές και ενδεχόμενη χρήση της διπλωματικής της θέσης προς όφελος τρίτων. Η ίδια έχει αρνηθεί τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος της, ενώ η αυθεντικότητα ορισμένων από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί αμφισβητείται από την πλευρά της.
Το ποσό των 250.000 δολαρίων για τη Mercedes
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ φέρεται να απευθύνθηκε, στα μέσα του 2025, σε εύπορους Έλληνες επιχειρηματίες ζητώντας οικονομική βοήθεια για να καλύψει δάνειο που σχετιζόταν με πολυτελές αυτοκίνητο Mercedes G-Wagon. Το ποσό που αναφέρεται είναι 250.000 δολάρια, όχι ευρώ, όπως αναπαράγεται σε ορισμένους τίτλους. <Cite refs={[“turn599262search1″,”turn599262search2”]}/>
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, τα χρήματα δεν καταβλήθηκαν τελικά. Το δημοσίευμα θέτει επίσης ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο το συγκεκριμένο όχημα εμφανιζόταν στις οικονομικές δηλώσεις που όφειλε να υποβάλει η Αμερικανίδα αξιωματούχος.
Μέχρι στιγμής, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Πρόκειται για καταγγελίες που αποδίδονται σε δημοσιογραφικές πηγές και απαιτούν περαιτέρω τεκμηρίωση και επίσημη διερεύνηση.
Η υπόθεση με τον λογαριασμό των 100.000 δολαρίων
Η νέα αποκάλυψη έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενο δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντέτερς, υποστηρικτή και δωρητή του Ντόναλντ Τραμπ, να πληρώσει λογαριασμό πιστωτικής κάρτας American Express ύψους 100.000 δολαρίων, λίγο πριν από την ακρόαση επικύρωσης του διορισμού της το 2025.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, τα μηνύματα που παρουσιάστηκαν φέρονται να περιλαμβάνουν αναφορές στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει η πληρωμή. Ο Ντέτερς υποστήριξε ότι η Γκιλφόιλ τού είχε προσφέρει πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους σε αντάλλαγμα για οικονομική βοήθεια. Η πλευρά της Γκιλφόιλ, ωστόσο, έχει αμφισβητήσει την αυθεντικότητα των μηνυμάτων και αρνείται ότι έχει διαπράξει παράνομη πράξη. <Cite refs={[“turn599262news27″,”turn599262search11″,”turn599262search9”]}/>
Οι καταγγελίες αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ, ενώ δημοσιεύματα ανέφεραν ότι το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών εξέταζε ζητήματα που αφορούσαν την ίδια και την πρεσβεία στην Αθήνα. <Cite refs={[“turn599262search5″,”turn599262search11”]}/>
Η παραίτηση από τη θέση της πρέσβειρας
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή στις 13 Οκτωβρίου 2026, όταν ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι είχε ζητήσει από την Κίμπερλι Γκιλφόιλ να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Η εξέλιξη ακολούθησε σειρά δημοσιευμάτων για καταγγελίες περί αθέμιτης συμπεριφοράς και πιθανής ανταλλαγής οικονομικών ωφελημάτων με πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ. <Cite refs={[“turn599262news24″,”turn599262news25″,”turn599262search3”]}/>
Η Γκιλφόιλ είχε αναλάβει τα καθήκοντά της στην Αθήνα με έμφαση στην ενίσχυση των σχέσεων Ελλάδας και ΗΠΑ, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και των επιχειρηματικών συνεργασιών. Οι καταγγελίες, ωστόσο, έφεραν την παρουσία της στο επίκεντρο διεθνούς δημοσιότητας και προκάλεσαν ερωτήματα για τη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της θητείας της.
Τι έχει απαντήσει η ίδια
Η πλευρά της Γκιλφόιλ έχει απορρίψει τις κατηγορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ενώ οι δικηγόροι της έχουν υποστηρίξει ότι ενήργησε σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες και ότι ορισμένα από τα στοιχεία που παρουσιάζονται δεν είναι αυθεντικά. <Cite refs={[“turn599262search9″,”turn599262news25”]}/>
Η διάκριση ανάμεσα σε μια καταγγελία και σε ένα αποδεδειγμένο περιστατικό παραμένει κρίσιμη. Οι αναφορές για το αυτοκίνητο και τα οικονομικά αιτήματα προστίθενται σε ένα ευρύτερο σύνολο ισχυρισμών, αλλά δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τις καταγγελίες και στα συμπεράσματα των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών. Μέχρι να υπάρξουν επίσημα πορίσματα, οι ισχυρισμοί για τη Mercedes και τα υπόλοιπα οικονομικά αιτήματα παραμένουν υπό διερεύνηση.








































