Από το Χαμόγελο του Παιδιού στο πρωτοχρονιάτικο οικογενειακό τραπέζι: Mια ιστορία αγάπης και υιοθεσίας – Συνέντευξη στη Νίκη Καταφελή

Από το Χαμόγελο του Παιδιού στο πρωτοχρονιάτικο οικογενειακό τραπέζι: Mια ιστορία αγάπης και υιοθεσίας - Συνέντευξη στη Νίκη Καταφελή

Από το Χαμόγελο του Παιδιού στο πρωτοχρονιάτικο οικογενειακό τραπέζι: Mια ιστορία αγάπης και υιοθεσίας - Συνέντευξη στη Νίκη Καταφελή

Ο Δημήτρης Λιούρας και η σύζυγός του Κερασία είναι μόνιμοι κάτοικοι Πάρου. Ζουν και εργάζονται στο νησί, όπου διατηρούν μια ταβέρνα, αποτελώντας κομμάτι της τοπικής κοινωνίας και της καθημερινότητάς της. Τον Δημήτρη τον γνώρισα μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η δημόσια στάση του και ο τρόπος που μιλούσε για την οικογένεια και την υιοθεσία των δύο κοριτσιών τους μου κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον. Έτσι, του έστειλα μήνυμα και του ζήτησα να μιλήσουμε. Αφορμή και λόγος αυτής της συνέντευξης ήταν η εμπειρία της υιοθεσίας, μια διαδρομή ζωής που άξιζε να ειπωθεί.  

Του ζήτησα πριν τον ρωτήσω όσα σκεφτόμουν να μου πει εκείνος δύο λόγια για την διαδικασία της τεκνοθεσίας. 

 

Δ.Λ.: Το ταξίδι μέχρι την ολοκλήρωση της τεκνοθεσίας  διήρκησε σχεδόν τριάμισι χρόνια. Τον Απρίλιο του 2022 κάναμε τη σχετική αίτηση: μια αίτηση που τα κριτήρια για την υιοθεσία ήταν ιδιαίτερα ανοιχτά.  Θέλαμε παιδί 6-12 ετών, ανεξαρτήτως φύλου, εθνικότητας, φυλής, χρώματος. Ήμασταν ανοιχτοί ακόμα και για περίπτωση δύο ή τριών παιδιών, δε θα θέλαμε με τίποτα να χωριστούν αδέρφια. Μαζέψαμε τα απαραίτητα χαρτιά, περάσαμε γιατρούς, κάναμε σεμινάρια, έγινε κι έλεγχος αν το σπίτι πληροί τις προϋποθέσεις. Στη διάρκεια των τριών ετών και πριν από τη σύνδεση με τα συγκεκριμένα κορίτσια (“σύνδεση” είναι η τυχαία επιλογή παιδιών και υποψηφίων θετών γονέων, με βάση τη σειρά) υπήρξαν περιπτώσεις συνδέσεων με άλλα παιδιά που όμως ήταν εκτός κριτηρίων (εκτός ακόμα κι αυτών των ανοιχτών κριτηρίων που είχαμε βάλει). Παιδιά άνω των 13 ετών, ιδιαίτερα παραβατικά, και τα σχετικά. Όταν έγινε σύνδεση με τα κορίτσια, τη Στέλλα και την Ιλίσια, μας έδωσαν κάποιες πληροφορίες οι κοινωνικοί λειτουργοί που ασχολούνταν με την υπόθεση. Έτσι, κανονίστηκε η πρώτη συνάντηση με τα παιδιά με εξαιρετική χημεία κι από τις δύο πλευρές. Έγιναν κάποιες ακόμα συναντήσεις στο Αίγιο (τρεις συγκεκριμένα, από τρεις ημέρες κάθε φορά), μιας κι εκεί βρίσκονταν τα παιδιά. Οι συναντήσεις γίνονταν κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δε σκεφτήκαμε στιγμή την απόσταση και τις δυσκολίες, καθώς από την Πάρο έπρεπε με πλοίο να πάμε Πειραιά και από εκεί οδικώς στο Αίγιο.  Η πρώτη διανυκτέρευση έγινε στη δεύτερη κιόλας επίσκεψη εκεί. Αρκετά νωρίτερα από το προκαθορισμένο. Έπειτα ήρθαν οι λειτουργοί από το Αίγιο μαζί με τα παιδιά στην Πάρο, ώστε να δουν το χώρο, τον τόπο, το μέρος που θα ζήσουν τα παιδιά, τις συνθήκες. Και το επόμενο βήμα ήταν να πάμε να πάρουμε τα παιδιά από εκεί. 23 Απριλίου έγινε η πρώτη συνάντηση, 17 Ιουνίου πήραμε τα παιδιά στην Πάρο.  

Τα κορίτσια τον Αύγουστο έγιναν 12 ετών. Είναι δύο παιδιά φωτεινά και πολύ επικοινωνιακά. Προσαρμόστηκαν με μεγάλη ευκολία. Το δικό μας “στοίχημα” από τις πρώτες συναντήσεις στο Αίγιο ήταν να τις πείσουμε πως η θέση τους είναι σε μια οικογένεια και πως η διαμονή στο Χαμόγελο είναι μια μεταβατική περίοδος. Σε αυτό συμμάχους είχαμε τους κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους της δομής. Τα παιδιά εκεί μεγάλωσαν και θεωρούσαν κανονικότητα την εκεί διαμονή και καθημερινότητα τους. Άλλωστε σε πρώτη φάση αυτό που έλειπε και βρήκαν εκεί ήταν η στέγη, η τροφή, η ασφάλεια, η ηρεμία, το παιχνίδι (κι αυτό σημαντικό, μην ξεχνάμε πως μιλάμε για παιδιά). 

Δεν ήταν δηλαδή και τόσο απλό να πειστούν τα παιδιά πως υπάρχει και ακόμα πιο “κανονικό” από το σπίτι του Χαμόγελου. Ένα σπίτι σε μια οικογένεια δηλαδή και με μεγαλύτερη (και πλήρη) αποκλειστικότητα. Θεωρώ πως αυτό που μετράει σε δύο υποψήφιους θετούς γονείς είναι η αγάπη. Μπορεί να είναι και ένας ο υποψήφιος θετός γονιός και να δώσει όλα αυτά που χρειάζεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι και δύο του ίδιου φύλου. Το ζητούμενο είναι η αγάπη και η ανθρωπιά. Ας μη στεκόμαστε σε στερεότυπα περασμένων δεκαετιών. Σε μια απόφαση ζωής όπως η τεκνοθεσία, αυτό που μετράει είναι η αγάπη που μπορείς να δώσεις. Αν είσαι ικανός άνθρωπος να μεγαλώσεις ένα παιδί με αξίες. Και οι αξίες δεν έχουν φύλο, δεν είναι ταξικές, ούτε έχουν σεξουαλικό προσανατολισμό. 

 

 

 

Ν.Κ.: Ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποιήσατε ότι η απόφαση να ανοίξετε το σπίτι και την καρδιά σας σε αυτά τα δύο κορίτσια ήταν η σωστή; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο βλέμμα ή χειρονομία που σας το επιβεβαίωσε; 

 

Δ.Λ.: Αποφασίσαμε από κοινού με τη σύντροφό μου, Κερασία, να υιοθετήσουμε ένα ή παραπάνω παιδάκια, κι αυτό έγινε από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας. Αυτομάτως θεωρήσαμε, γνωρίζοντας τους εαυτούς μας και τη σχέση μας, πως είναι μια απόφαση σωστή. Εκ του αποτελέσματος, με τα δυο κορίτσια που ήρθαν στη ζωή μας νιώθουμε δικαιωμένοι για αυτή την απόφαση ζωής. Όχι δικαιωμένοι για εμάς αλλά για το σκοπό που το κάναμε. Να πάρουμε ένα ή δύο παιδιά, από το σπίτι του Χαμογελου ή κάποιας άλλης δομής, να ζήσει σε μια οικογένεια. Και είμαστε περισσότερο ευτυχείς γιατί η ηλικία που επιλέξαμε είναι μια ηλικία που συνήθως δεν επιλέγουν υποψήφιοι θετοί γονείς. Ήταν πέρα για πέρα συνειδητή η απόφαση για μια τέτοια ηλικία. Γιατί να μην έχουν και τα παιδιά τα μεγαλύτερα δικαίωμα στο όνειρο; Άρα πριν φτάσουμε στην ολοκλήρωση της υιοθεσίας με τα κορίτσια μας, πριν τα γνωρίσουμε καν, θεωρούσαμε πως η απόφαση ήταν πέρα για πέρα σωστή. Βλέποντας βέβαια το χαρακτήρα και τις δυνατότητες των κοριτσιών, επιβεβαιώθηκαμε ακόμα περισσότερο. Το φως που εκπέμπουν είναι από άλλο γαλαξία.  

 

Ν.Κ. Η υιοθεσία διδύμων αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στην αρχή και πώς την αντιμετωπίσατε ως οικογενειακή ομάδα; 

 

Δ.Λ.: Τα συγκεκριμένα παιδιά αποδείχτηκαν ιδιαίτερα ευπροσάρμοστα. Παρότι ήρθαν σε μια περίοδο που η δουλειά μας λόγω νησιωτικής σεζόν ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, δε μπορώ να πω ότι δυσκολευτήκαμε στην προσαρμογή ή ότι είχαμε κάποια προβλήματα. Λόγω των αρκετών ετών που ήταν στο Χαμόγελο του Παιδιού τα κορίτσια είχαν κάποιες συνήθειες (τακτοποίηση δωματίου, υπευθυνότητα, εμπιστοσύνη και συναναστροφή με πολλά ενήλικα πρόσωπα (λειτουργούς). Με το πέρασμα του χρόνου, όσο βρίσκονται εδώ, περίπου πέντε μήνες, βγάζουν περισσότερα συναισθήματα και λιγότερες από τις παραπάνω συνήθειες δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν είναι, παραδείγματος χάριν, τακτικές . Τέλος δε, ακριβώς το γεγονός πως πρόκειται για δύο παιδιά και δη για δίδυμα, έχω την αίσθηση πως αυτό λειτούργησε ευεργετικά στην προσαρμογή τους. Ήρθαν σε ένα περιβάλλον άγνωστο, με δύο ανθρώπους άγνωστους, σε συνθήκες άγνωστες. Ήταν λοιπόν πολύ θετικό το γεγονός πως μοιράστηκαν τις ανησυχίες τους, τα συναισθήματα τους, τις απορίες τους.  

 

Ν.Κ. Σε ποιο σημείο νιώσατε ότι τα παιδιά άρχισαν να σας εμπιστεύονται πραγματικά; Υπήρξε κάποια μικρή καθημερινή στιγμή που το μαρτύρησε; 

 

Δ.Λ.: Επειδή τα παιδιά όταν τα γνωρίσαμε ήταν σχεδόν 12, έπρεπε να πάρουμε την έγκρισή τους ώστε να πραγματοποιηθεί η τεκνοθεσία. Στην ουσία μας επέλεξαν. Μας εμπιστεύτηκαν και είπαν το “ναι”. Άρα, λοιπόν, η απόφαση τους να γίνουμε οικογένεια όλοι μαζί, ήταν η στιγμή που δείχνει την πλήρη εμπιστοσύνη προς εμάς.  

 

Ν.Κ. Πολλοί λένε ότι τα δίδυμα έχουν έναν δικό τους “σιωπηλό κώδικα” επικοινωνίας. Το διαπιστώνετε και εσείς; Πώς επηρεάζει αυτό τη δυναμική της νέας σας οικογένειας; 

 

Δ.Λ.: Δεν ξέρω αν συμβαίνει μόνο στα δίδυμα παιδιά, έχω την εντύπωση πως όλα τα αγαπημένα αδέρφια έχουν ένα ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας. Αυτό που εμείς θέλαμε να ελαχιστοποιήσουμε, και αυτό κερδίζεται μέρα με την ημέρα, είναι να μην υπάρχει μια οικογένεια μέσα στην οικογένεια. Πλέον δηλαδή τα κορίτσια είναι μαζί μας, δεν είναι αυτά και εμείς. Σαφώς και υπήρχαν στιγμές ή σκέψεις  που τις μοιράστηκαν οι δυο τους, όμως μέρα με τη μέρα το δέσιμο είναι όλο και μεγαλύτερο. Άλλωστε και σε μια βιολογική οικογένεια μπορούμε να διαπιστώσουμε τέτοιες συμπεριφορές.  

 

Ν.Κ. Η απόφαση της υιοθεσίας συχνά συνοδεύεται από βαθιές συναισθηματικές διαδρομές. Υπήρξε κάποια στιγμή που συγκινηθήκατε περισσότερο απ’ όσο περιμένατε; 

 

Δ.Λ.: Επειδή ήμασταν από την αρχή συνειδητοποιημένοι στο τι πάμε να κάνουμε και γιατί, η πρώτη συνάντηση με τα κορίτσια, η πρώτη γνωριμία, ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Δεν είχαμε στο μυαλό μας αρνητικό σενάριο, αλλά ότι τώρα πάμε να γνωρίσουμε τα εν δυνάμει παιδιά μας. Όπως κι έγινε. Η στιγμή που είδαμε αυτά τα δύο κορίτσια να έρχονται να μας συναντήσουν ήταν και παραμένει η πιο συγκινητική στιγμή.  Ένας λόγος παραπάνω διότι υπήρξε από την αρχή χημεία . 

 

Ν.Κ. Πώς διαχειρίζεστε τις απορίες των κοριτσιών σχετικά με το παρελθόν τους; Έχετε θέσει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία γύρω από τη διαφάνεια και την αλήθεια; 

 

Δ.Λ.: Τα κορίτσια γνωρίζουν για το παρελθόν τους. Ήταν σε ένα ακατάλληλο περιβάλλον μεχρι τα έξι τους κι έπειτα πέρασαν τα υπόλοιπα σχεδόν έξι τους χρόνια μέσα σε διάφορα σπίτια του Χαμογελου του Παιδιού .  

 

Ν.Κ. Σε μια κοινωνία που αλλάζει, ποιο μήνυμα πιστεύετε ότι στέλνει η δική σας οικογενειακή ιστορία για την έννοια του ανήκειν και της αγάπης; 

 

Δ.Λ.: Το μήνυμα της αγάπης άνευ όρων. Της δοτικότητας και της ανιδιοτέλειας .  

 

Ν.Κ. Ποιες μικρές καθημερινές συνήθειες, ίσως ασήμαντες για έναν τρίτο, θεωρείτε πως έχουν βοηθήσει περισσότερο στη δημιουργία σταθερότητας και ασφάλειας για τα παιδιά; 

 

Δ.Λ.: Θα σου πω κάτι που μου ανέφερε μια μέρα η μία από τις δύο κόρες μου. Μου λέει: “Μπαμπά (μέχρι τους δύο πρώτους μήνες μας έλεγαν με τα ονόματα που μας γνώρισαν, έπειτα  το “μαμά” και “μπαμπά” ήρθε αβίαστα και φυσιολογικά), όταν μας βλέπεις το πρόσωπο σου λάμπει, κάνεις λες και είδες κάτι που δεν έχεις ξαναδεί!”. 

Νομίζω πως δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, είναι οι κινήσεις του αυθόρμητου που δείχνουν αυτό που ρωτήσατε. 

 

Ν.Κ. Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω και συναντούσατε τον εαυτό σας πριν ξεκινήσει αυτή η διαδρομή, ποια είναι η μία φράση που θα του λέγατε για να τον καθησυχάσετε ή να τον ενθαρρύνετε; 

 

Δ.Λ.: Να έχει υπομονή διότι δεν είναι μια διαδικασία σύντομη . Αλλά να είναι έτοιμος για πράγματα που ούτε τα φαντάστηκε. Είναι μαγικό να υπάρχει διαδραστικότητα και αμοιβαία αγάπη με ένα η δύο όπως στην περίπτωση μας παιδιά, που μέχρι πριν έξι μήνες ήμασταν άγνωστοι. Τα έφεραν έτσι οι συμπτώσεις και κάποιες αποφάσεις που αυτοί οι άγνωστοι άνθρωποι είναι τώρα οικογένεια. Και δε μιλάμε για αγάπη και σχέση  ενηλίκων  (που δεν γνωρίζονταν πριν), που το πάντα μπορεί να γίνει παρελθόν αλλά για σχέση παιδιών-γονιών (που δεν γνωρίζονταν πριν), που το πάντα θα παραμείνει πάντα. 

 

Ευχαριστήσω θερμά τον Δημήτρη για την εμπιστοσύνη και την ειλικρίνεια με την οποία μοιράστηκε μια τόσο προσωπική διαδρομή ζωής. Για την ανοιχτή του καρδιά, τον καθαρό του λόγο και το παράδειγμα αγάπης και ανθρωπιάς που προσφέρει μέσα από την οικογένειά του. Η ιστορία του δεν αφορά μόνο την υιοθεσία, αλλά το δικαίωμα κάθε παιδιού να ανήκει, να αγαπιέται και να μεγαλώνει μέσα σε ένα σπίτι που το χωράει ολόκληρο.  

Καλή χρονιά!