Ο κόσμος της μουσικής είναι θα μπορούσε να πει κανείς σαν τον Μάρτιο. Πρώτος μήνας της άνοιξης αλλά ταυτόχρονα απρόβλεπτος. Είναι αινιγματικός και δαιδαλώδης σαν έννοια όπως ο Θεός και όλα τα ακατανόητα μυστήρια που υπάρχουν στη φύση. Απροσδιόριστος σαν τις μετατοπίσεις των ηλεκτρονίων στην αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ.
Όλα αυτά όμως ταυτόχρονα σε ελκύουν να τον ανακαλύψεις. Όχι να τον καλουπώσεις. Γιατί αν πας να καλουπώσεις κάτι ελεύθερο και αφηρημένο την έβαψες. Θα έλεγα να αγκαλιάσεις όλη αυτή την μυστικιστική μαγεία που σου προσφέρει.
Η περίπτωση του Γεράσιμου Παπαδόπουλου είναι κάπως έτσι. Πολυσχιδής και ανήσυχος καλλιτέχνης. Ταυτόχρονα όμως ταξιδευτής μέσα στον χωροχρόνο που του ξεδιπλώνεται. Ένας κολυμβητής στην αιώνια ρευστότητα των πραγμάτων. Βουτάει στα νερά και το μόνο που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο να αναλύσει τι θα δει αλλά τι θα τον αγγίξει.
Άλλη στα ταξίδια τους έχουν βαλίτσες, χάρτες. Άλλοι βιβλία και άλλοι τάμπλετ. Ο Γεράσιμος το ούτι του. Τις παραδοσιακές μας μελωδίες, τις βυζαντινές μελωδίες, τα ανατολίτικα μακάμ. Αν οι πενιές του και η φωνή του είναι καθηλωτικές η σεμνότητα του είναι ακόμα πιο καθηλωτική.
Δεν έχουμε γνωριστεί ακόμα από κοντά αλλά κάποτε ευελπιστώ να γίνει. Η γνωριμία έγινε όταν ανέβασα σε ιστορία στα κοινωνικά δίκτυα ένα τραγούδι που το είχε ονομάσει «Το τραγούδι του Μενούση». Μια παραλλαγή του γνωστού ιδιότυπου τσάμικου της Ηπείρου «Ο Μενούσης» αλλά σε μια μορφή με στίχους από την περιοχή της Κυζίκου. Το συγκεκριμένο τραγούδι το είχα ακούσει σχεδόν από τότε που βγήκε αλλά εκείνη την ημέρα ήθελα να το ανεβάσω.
Γενικά δεν πιστεύω σε αυτό που λέμε μοίρα ή κάτι παρόμοιο οπότε δεν θα σας πω πως το ήθελε το σύμπαν. Μετά από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το ίδιο τραγούδι σε μια ιδιαίτερη και ανατριχιαστική σκηνοθεσία που περιλαμβάνει θέατρο σκιών από τον κύριο Νικόλα Πέππα και τον τίτλο “Chaido” σε ερμηνεία του κύριου Ζαχαρία Καρούνη.
Πιστεύω όμως πως θα θέλατε κι εσείς να γνωρίσετε τον Γεράσιμο Παπαδόπουλο και τον ιδιόμορφο κόσμο του μέσα από την συνέντευξη που μου παραχώρησε ο ίδιος για λογαριασμό του Lay–Out.gr.
Καλησπέρα Γεράσιμε και καλώς όρισες στην ιστοσελίδα τουLay–Out.gr. Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου που σε έχω κοντά μου για να υλοποιήσουμε την παρούσα συνέντευξη. Η πρώτη ερώτηση που θα ήθελα να σου απευθύνω είναι η εξής. Ποιο ήταν το παιδικό σου όνειρο και πως ξεκίνησες την πορεία σου σε αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο της μουσικής;
Γ.Π. Καλώς σας βρίσκω κι ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση! Το παιδικό μου όνειρο ήταν όταν μεγαλώσω να …πάρω το Νόμπελ Λογοτεχνίας! Είμαι μοναχογιός, τηλεόραση δεν είχαμε στο σπίτι από άποψη, οπότε τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα δημιουργικότητα – κυρίως για να περνάω κάπως την ώρα μου. Από πολύ μικρός έγραφα ποιήματα, ζωγράφιζα, έφτιαχνα προτομές με κερί, και – φυσικά – μελοποιούσα ότι έπεφτε στα χέρια μου, από ποίηση μέχρι συνθήματα εκλογών. Έπειτα έπαιρνα κασετόφωνα, ηχογραφούσα τον εαυτό μου, έβαζα την ηχογράφηση να παίζει κι έγραφα από πάνω σε άλλη κασέτα! Διόλου περίεργο που αυτό κάνω και σήμερα, αλλά σε κανονικά στούντιο κι όχι πια κλεισμένος στο δωμάτιό μου.
Υπηρετείς ένα είδος μουσικής απαιτητικό και ιδιαίτερο. Καθώς και η παραδοσιακή μας μουσική αλλά και η βυζαντινή είναι δύο κόσμοι που κρύβουν μέσα τους ιδιαιτερότητες, λεπτές γραμμές στην εκφορά τους και προσοχή στην απόδοση τους. Πως έγινε αυτή η επιλογή και ποιοι είναι οι στόχοι σου μέσα από τη μουσική;
Γ.Π. Δεν έγινε ακριβώς επιλογή. Ο πατέρας μου παπάς, η βυζαντινή μουσική υπήρχε στη ζωή μου από τότε που με θυμάμαι. Η παραδοσιακή ήρθε σαν φυσική συνέχεια, αφού αυτά τα είδη είναι πολύ κοντινά. Πραγματική επιλογή έγινε όταν 25άρης πια έπρεπε να αποφασίσω αν θα συνεχίσω μ’ αυτά που είχα στα χέρια μου κι ένιωθα οικεία μαζί τους ή αν θα πήγαινα σε άλλα λημέρια. Κι αποφάσισα το πρώτο, γιατί πολύ απλά θεώρησα πως η μουσική είναι σαν γλώσσα: όσο καλά κι αν μάθεις μια δεύτερη γλώσσα πέρα από τη μητρική, πάντα η προφορά σου θα παραμένει ξενική. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν έμεινα κολλημένος σ’ αυτά που ήξερα. Αντίθετα, επειδή βαριέμαι εύκολα και μ’ εξιτάρουν πολύ τα μπουρδουκλώματα κι οι αναμίξεις κι όσα κάνουν το μυαλό να αναθαρρεί, κοιτάω να φέρω μέσα ό,τι μου φαίνεται ενδιαφέρον απ’ έξω, ιδίως αν είναι κουλό κι απρόσμενο. Είμαι μεγάλος φαν των παραδόσεων. Αλλά η οπτική μου είναι τελείως ανάποδη από τη συνήθη: Αν οι άλλοι στην παράδοση βλέπουν κάτι ιερό κι ανέγγιχτο, εγώ βλέπω ένα τοπίο που με φωνάζει να βουτήξω μέσα του, να ανακατέψουμε τις ουσίες μας και τις ετεροχρονίες μας, κι ότι θέλει ας προκύψει. Στις παραδόσεις δεν ψάχνω το “υπέροχο τότε”. Αυτό ίσα-ίσα είναι το μόνο που δεν με αφορά, γιατί δεν υπάρχει πια. Ψάχνω το ολοζώντανο “εδώ και τώρα” τους. Κι όποτε δεν το βρίσκω, πάω παρακάτω.
Παρατηρώ στο βιογραφικό σου πως ενασχολείσαι και έχεις σαν αντικείμενο μελέτης την σχέση γλώσσας και μουσικής. Νομίζω πως το ένα χρειάζεται το άλλο. Θα ήθελες να μου πεις λίγες περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό;
Γ.Π. Οι σπουδές μου ήτανε ελληνική φιλολογία – γι’ αυτό ήρθα στην Αθήνα από την Κύπρο (τουλάχιστον τυπικά) – με ειδίκευση στη γλωσσολογία, όπου έκανα και μεταπτυχιακό. Μελετώντας παράλληλα τη μουσική (και σαν μουσικός και σαν μουσικολόγος) θέλησα να παντρέψω τα δύο. Αλλά δεν μελετώ τις σχέσεις γλώσσας και μουσικής. Αυτό που κάνω είναι να αντιμετωπίζω τη μουσική σαν να είναι γλώσσα. Σαν να είναι και τα δύο νοητικά συστήματα που μοιράζονται παρεμφερή τρόπο δόμησης μέσα στον εγκέφαλό μας, και σε επίπεδο παραγωγής και σε επίπεδο πρόσληψης. Αποδομώ τη μουσική, όπως αποδομούν οι γλωσσολόγοι τη γλώσσα, και κοιτάω τα επίπεδα πραγμάτωσης αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “μουσικό γεγονός”. Από τη νότα ως την φράση, κι από τη φράση ως το μουσικό κομμάτι, αναζητώ τους τρόπους που παράγεται “μουσικό νόημα”, κι άλλα τέτοια… Τώρα, αν χρειάζεται το ένα το άλλο; Σίγουρα όταν αυτά τα δύο παντρεύονται μπορεί να γίνουν θαύματα. Αλλά δεν είναι ότι έχουν κι ανάγκη το ένα το άλλο. Μια χαρά πορεύονται και μοναχά τους.
Γνωρίζω πως παίζεις ούτι και έχεις ασχοληθεί με το οθωμανικό τραγούδι. Δράττω λοιπόν την ευκαιρία να σε ρωτήσω το εξής. Παρά τις (κυρίως πολιτικές) διαφορές των λαών η μουσική είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ομοιότητας μας και της εξέλιξης μας θα -τολμούσα να πω- καθώς η ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων γνωρίζει τους πολιτισμούς μεταξύ τους χωρίς όμως να τους αλλοιώνει. Ποια είναι η γνώμη σουεπ`αυτού;
Γ.Π. Κατ’ αρχάς, δεν συμφωνώ καθόλου με το κόνσεπτ της “αλλοίωσης” των πολιτισμών. Αφήνει να νοηθεί ότι κάθε πολιτισμός έχει (και είχε ανέκαθεν) μια ουσία σταθερή στον χώρο και στον χρόνο, έναν πυρήνα που παραμένει αναλλοίωτος και εξαιτίας του είναι αυτός που είναι. Αυτά είναι εθνικές φαντασιώσεις που όσο τις πιστεύουμε τόσο τις επινοούμε νομίζοντας ότι υπήρχαν και πριν τις επινοήσουμε. Αλλά κι η έννοια του “λαού” όταν μιλάμε για πολιτισμό είναι έννοια προβληματική. Με όρους μουσικούς, ο Πόντιος της Αμάσειας κι ο γείτονάς του ο Τούρκος έπαιζαν ακριβώς την ίδια μουσική. Με όρους μουσικούς, αυτοί οι δύο είναι ο ίδιος λαός. Επίσης, με όρους μουσικούς, ο Πόντιος κι ο Ηπειρώτης απέχουν όσο ο Σικελός από τον Ινδό. Γι’ αυτό σε τέτοιες συζητήσεις δίνεται τόσο μεγάλη έμφαση στη γλώσσα. Και γι’ αυτό στη Φλώρινα έβγαλαν φλύκταινες τις προάλλες όταν τραγούδησαν στα σλάβικα. Γιατί αν αφαιρέσεις τη γλώσσα απ’ τον παρονομαστή, ξαφνικά κοιτάς τον καθρέφτη σου και βλέπεις τον άλλο. Θα μου πεις δεν είναι σημαντική η γλώσσα; Είναι. Αλλά είναι ένα μέρος μόνο της συνολικής εικόνας. Και της δίνουμε βάση μόνο όταν θέλουμε να διαφοροποιηθούμε. Όταν δεν θέλουμε, συρρικνώνουμε τον ρόλο της. Κανένας δεν θα ενοχλούνταν με τη φράση: “Αν ο Σιδηρόπουλος τραγουδούσε στα αγγλικά θα ήταν ο Τζιμ Μόρισον”. Ίσα-ίσα. Οι πολιτισμοί, εν τέλει, στην ουσία τους τι είναι; Οι άνθρωποι που μετέχουν σε αυτούς. Εσύ κι εγώ. Αν είσαι μουσικός, τότε προφανώς ακούς, δανείζεσαι (συνειδητά ή ασυνείδητα), έχεις πρότυπα, έχεις απωθημένα, βάζεις ή βγάζεις παρωπίδες, κάπου αλλάζεις, κάπου εμμένεις… Ε, κι οι πολιτισμοί στους οποίους μετέχεις αλλάζουν μαζί σου, γιατί είσαι αυτοί και αυτοί είναι εσύ. Θέλουμε δεν θέλουμε, οι πολιτισμοί διαρκώς “αλλοιώνονται” – για όποιον το βλέπει έτσι – και καλά κάνουν – λέω εγώ.

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης. Γιατί πιστεύεις οι άνθρωποι έχουν την τάση να φιλονικούν μεταξύ τους;
Γ.Π. Έκπληξη θα μου προκαλούσε αν δεν φιλονικούσαμε! Έχουμε τυφλωθεί τόσο από τα όσα έχουμε καταφέρει σαν είδος, ώστε ξεχνάμε το πόσο κοντά στα πιθήκια παραμένουμε. Είμαι προ πολλού πεπεισμένος ότι η λογική δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εκλογίκευση των αντιφατικών μας ενστίκτων, αυτών που μοιραζόμαστε με τα λοιπά θηλαστικά. Γι’ αυτό κι άμα σύρεις μια λογική απ’ τα μαλλιά, στο τέλος καταλήγει να αντιμάχεται τον εαυτό της. “Απαγορεύεται το απαγορεύεται”. Αλλά εμείς ποτέ δεν το πάμε τόσο μακριά, πολύ απλά γιατί σταματάμε εκεί ακριβώς όπου εξυπηρετείται το ένστικτο της κάθε στιγμής. Και να σου πω και το άλλο; Έκπληξη είναι που φιλονικούμε τόσο λίγο. Αν δούμε την μακροεικόνα, μια χαρά τα πάμε. Βέβαια, καλά κάνουμε και βάζουμε τον πήχη ψηλά. Αλλά με όρους βιοϊστορίας, δεν παύει να είναι ψηλά.
Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το τραγούδι σου «Chaido» (Χάιδω) σε μουσική δική σου, στίχους από την περιοχή τηςΚυζίκου και στην εκτέλεση τον κύριο Ζαχαρία Καρούνη. Το τραγούδι μιλάει για μια γυναικοκτονία και είναι παραλλαγή του τραγουδιού «Ο Μενούσης». Οι δολοφονίες γυναικών δυστυχώς είναι κάτι που δεν μας τιμά και είχαμε πολλά τραγικά παραδείγματα. Στην περίπτωση του τραγουδιού η δολοφονία της Χάιδως από τον Μανώλη ξεκινάει από μια «πλάκα» που αποδεικνύεται τελικά μοιραία. Θα ήθελα ένα σχόλιο σου επάνω σε όλα αυτά!
Γ.Π. Η ιστορία που εμείς ξέρουμε σαν την “ιστορία του Μενούση” εμπεριέχει όλα όσα δικαιολογούν την επινόηση του όρου “γυναικοκτονία”. Η γυναίκα – εν προκειμένω η Χάιδω – αντιμετωπίζεται ως κτήμα του άντρα της – εν προκειμένω του Μενούση ή Μανώλη. Η ύπαρξή της στη σκιά του, δηλ. ουσιαστικά η ανυπαρξία της, αποτελεί – σύμφωνα με το διεστραμμένο μοντέλο που εκείνος υπηρετεί – εχέγγυο της δικής του ύπαρξης. Η υπόνοια και μόνο ότι αυτή τολμάει να υπάρξει αυτόνομα, πέρα από τον έλεγχό του, τον βγάζει έξω απ’ τα ρούχα του, γιατί – με το ίδιο σκεπτικό – έτσι απειλείται η ίδια του η ύπαρξη ως άντρα. Και φτάνει στο σημείο να την σκοτώσει. Θολωμένος, μεθυσμένος, μα κυρίως ανασφαλής ως το μεδούλι. Απ’ αυτή του την ανασφάλεια πιάστηκαν – άλλωστε – οι συγχωριανοί του για να τον πειράξουν, χωρίς μάλλον να περιμένουν ότι το πράγμα θα έφτανε ως εκεί. Κάθε φόνος γυναίκας που ακολουθεί αυτό το σκεπτικό μπορεί να ονομαστεί γυναικοκτονία (κι όχι – φυσικά – κάθε φόνος γυναίκας γενικά, γιατί έτσι ο όρος ευτελίζεται και μαζί του το πολύ σοβαρό ζήτημα που εγείρει). Όσο συνεχίζουν να αναπαράγονται αντιλήψεις που είτε υπογείως είτε ευθέως ταυτίζουν τον αντρισμό με τον έλεγχο πάνω στη γυναίκα, αλλά και τη θηλυκότητα με την υποταγή και την ευαλωτότητα, τόσο θα συνεχίσουν να σκοτώνονται γυναίκες από άντρες εκπαιδευμένους στην ματσό ηλιθιότητα.
Ας μου επιτραπεί να πω το εξής.Κατ`εμέ ο Μανώλης μου δίνει την εντύπωση πως είναι θρασύδειλος. Ένας εύκολα χειραγωγήσιμος ανθρώπος. Ο «φαρσέρ» της υπόθεσης είναι ο κάθε ένας από εμάς που του αρέσει να βάζει «φιτιλιές» χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Είναι ο ηθικός αυτουργός και ο συνένοχος σε όλα όσα γίνονται. Είμαστε τελικά κι εμείς συνένοχοι σε ό,τι γίνεται ή απλώς έχουμε βολευτεί στον παθητικό ρόλο πως όλα φταίνε εκτός από εμάς;
Ο Μανώλης είναι σίγουρα θρασύδειλος. Κι είναι απόλυτα χειραγωγήσιμος ουσιαστικά από το υπερδιογκωμένο υπερεγώ του, απ’ αυτή του την υπερέγνοια του “τι θα πει ο κόσμος”, και του “μην πουν πως δεν είμαι αρκετά άντρας”. Ηθικοί αυτουργοί είναι όσοι βάζουν φιτιλιές, αλλά δεν θα έλεγα ότι αυτό είναι κάτι που κάνει ο καθένας μας, ειδικά στις μέρες μας. Όποιος το κάνει, σίγουρα ως έναν βαθμό είναι συνένοχος. Αλλά το βρίσκω τραβηγμένο να μιλήσουμε για μαζική συνενοχή. Στις μέρες μας – θαρρώ – το κλειδί είναι να μάθουμε να βάζουμε όρια πρώτα στις δικές μας σχέσεις με τους άλλους, να απαιτούμε από τους άλλους να βάζουν και σ’ εμάς, και να μιλάμε με ευθύτητα όπου βλέπουμε να ξεπερνιούνται όρια. Δυστυχώς, υπάρχει ακόμη μία κουλτούρα που ταυτίζει τις αγαπητικές σχέσεις οποιουδήποτε τύπου – φιλικές ή ερωτικές – με το θεληματικό ξεχείλισμα και ξεπέρασμα των ορίων. Μια κουλτούρα που ξεκινάει από την οικογένεια, κι έπειτα αναπαράγεται – σχεδόν στον αυτόματο – στην ενήλικη ζωή. Αυτή η κουλτούρα βλέπει τον Μανώλη σαν “παθιασμένο από έρωτα”, σχεδόν τον συμπονεί, και φτάνει να βλέπει τη Χάιδω σαν το θύμα μιας “παράφορης αγάπης” κι όχι μιας νοσηρής παράνοιας. Αυτή η κουλτούρα ωθεί τον άντρα να χειροδικεί, και επιτρέπει στη γυναίκα να παραμένει μετά το πρώτο χαστούκι.
Η Χάιδω στην ουσία δεν δολοφονείται γιατί έδωσε κάποιο δικαίωμα. Δολοφονείται από ότι καταλαβαίνω γιατί έφερε μια ανατροπή στα στερεότυπα. Βγήκε καλοντυμένη, με τον άσπρο της καμουχά (ένα είδος υφάσματος δηλαδή), με ταμπελετζίκια της (είδος κοσμήματος). Ένα είδος σύγχρονης γυναίκας σαν να λέμε. Στις σύγχρονες κοινωνίες γιατί δεν αγκαλιάζουμε το νέο;
Γ.Π. Δεν είναι σαφές στην ιστορία μας αν η Χάιδω όντως βγήκε καλοντυμένη ή αν κατηγορήθηκε ψευδώς για κάτι τέτοιο. Αλλά στην τελική αυτό δεν έχει και τόση σημασία για τη συζήτησή μας. Εκείνο που μας απασχολεί εδώ είναι το τι θα σήμαινε για τους άλλους αν έκανε κάτι τέτοιο. Αν δηλαδή – ακριβώς όπως λες – είχε φερθεί αλλιώς από το σύνηθες, απρόβλεπτα, κόντρα στα στερεότυπα της εποχής της. Και για την εποχή της αυτό θα ήταν σίγουρα κάτι φοβερό, κάτι συνταρακτικό. Υπήρχε – όπως το βλέπουμε τουλάχιστον σήμερα – η αίσθηση ότι η γενική ισορροπία θα χαλούσε ανεπανόρθωτα αν έστω κι ένα λιθαράκι του οικοδομήματος αποφάσιζε να κουνηθεί ελαφρώς. Κι όχι άδικα! Η ιστορία έδειξε ότι μεμονωμένες πράξεις αντίστασης, φαινομενικά αμελητέες, μπορεί στο σωστό τάιμινκ να φυτιλιάσουν κύματα αλλαγών. Αλλά οι σημερινές εποχές δεν θα έλεγα ότι θυμίζουν και τόσο τις παλιές. Σήμερα έχω την αίσθηση ότι οι σύγχρονες κοινωνίες απαρτίζονται από πολλές μικροκοινότητες, συχνά υπερτοπικές, κι ένα άτομο μπορεί να ανήκει σε πολλές απ’ αυτές, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι – μάλιστα – αντιθετικές. Κάθε τέτοια μικροκοινότητα αγωνίζεται να επιβιώσει και γι’ αυτό κοιτάει απειλητικά καθετί νέο. Έτσι, στα άτομα-μέλη τους κληρονομείται μια συντηρητικότητα, κι οι αντιφάσεις, τρέφονται μεν, αλλά συχνά παύουν να γίνονται ορατές, καθότι βιωμένες μέσα από διαφορετικά πλαίσια.
Εξιλέωση ή άλλη μια πράξη δειλίας του Μανώλη ο θάνατος του στο τέλος του τραγουδιού;
Γ.Π. Είναι η αυτοκτονία δειλία; Ερώτημα σχεδόν φιλοσοφικό. Αν το να παραμείνεις στη ζωή φαντάζει πράγμα θαρραλέο, τότε η αυτοκτονία δεν μπορεί να ονομαστεί δειλία. Μπορεί να ονομαστεί μετριότητα. Ο Μανώλης θα έλεγα σκοτώνει επειδή είναι δειλός. Αλλά αυτοκτονεί επειδή είναι μέτριος και βαρετός. Κάνει κάτι που βγάζει νόημα, γιατί μέχρι εκεί μπορεί να σκεφτεί. Εξιλέωση η αυτοκτονία του; Σε καμία περίπτωση. Δεν ξέρω καν αν μπορεί να υπάρξει εξιλέωση μετά από μια τέτοια πράξη.
Τα παραδοσιακά μας τραγούδια είχαν έναν μαγικό τρόπο να απομυθοποιούν και νααποδομούν στερεότυπα. Ποια είναι η γνώμη σου επ`αυτού;
Γ.Π. Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι σμιλεμένα. Δεν είναι προϊόν ενός. Είναι αγάλματα που πήγαν από χέρι σε χέρι. Έτσι, έφτασαν σε ένα σημείο ισορροπημένου μινιμαλισμού ώστε να λένε όσα χρειάζονται, επαρκώς απαλλαγμένα από τις συγκυρίες, χωρίς – όμως – να κρύβονται πίσω από συμφραζόμενα κι αμπελοφιλοσοφίες. Δεν έχουν καμία πρόθεση να αποδομήσουν στερεότυπα. Απλά αφήνουν τον επαρκή χώρο ώστε εμείς σήμερα -υποψιασμένοι – να τα αποδομούμε. Δεν έχουν ούτε πρόθεση να απομυθοποιήσουν το οτιδήποτε, γιατί απλά δεν μπαίνουν ποτέ στη διαδικασία μυθοποίησης. Κι όταν το κάνουν, γίνονται τόσο υπερβολικά, ώστε περνάνε απευθείας στην όχθη του συμβόλου.

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα ακούσματα είναι ποικιλόμορφα. Υπάρχει τελικά αυτό που λένε καλή και κακή μουσική;
Γ.Π. Φυσικά και υπάρχει καλή και κακή μουσική. Αλλά δεν έχει να κάνει με το είδος. Υπάρχουν καλά κομμάτια κλασικής μουσικής και κακά, καλά ψαλτικά μέλη και κακά, καλό ραπ τραγούδι και κακό. Αυτή είναι η γνώμη μου. Κι είναι σε μεγάλο βαθμό το όλο πράγμα υποκειμενικό. Αλλά στο πλαίσιο της υποκειμενικότητας μπορεί να γίνει και απόλυτο – άρα τρόπον τινά αντικειμενικό. Για τα δικά μου γούστα, καλή μουσική είναι αυτή που κινεί κάτι μέσα μου, που με διεγείρει. Αν μου περάσει απαρατήρητη, τότε δεν μου κάνει.

Ακούγονται γνώμες που λένε πως πλέον η παράδοσή μας εκμοντερνίζεται. Άλλοι το αγκαλιάζουν θετικά άλλοι είναι αντίθετοι. Αγγίζουμε τα «ιερά τέρατα» ή τα αφήνουμε ως έχουν για να μην «χαλάει» ο μύθος τους;
Γ.Π. Αυτός που λέει πως η παράδοση εκμοντερνίζεται, έχω να του κάνω μια απορία: Γιατί δεν πάει στη δουλειά του με φουστανέλα και τσαρούχι; Θα το ξαναπώ: Οι παραδόσεις είναι οι άνθρωποι που μετέχουν σ’ αυτές. Άλλοι θέλουν να μην αλλάξει τίποτε (αν και ασυνείδητα αλλάζουν πολλά έτσι κι αλλιώς), άλλοι αφήνουν την πηγαιότητά τους ελεύθερη να κινήσει τα νήματα, άλλοι μπορεί και να κάνουν την αλλαγή για να την κάνουν και να μοιάζει το αποτέλεσμα άστοχο. Ότι θέλει ας κάνει ο καθένας. Εγώ προσωπικά να μείνω σ’ αυτό που παρέλαβα δεν πρόκειται. Βαρέθηκα και στην ιδέα. Δεν πιστεύω σε ιερές παραδόσεις και ιερά τέρατα, και για όσους τα πιστεύουν εισάγω συνειδητά την τέχνη της εμπρόθετης ιεροσυλίας!
Γεράσιμε σε ευχαριστώ από καρδιάς για όλα όσα μοιράστηκες μαζί μου. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που σε γνώρισα. Κλείνονταςτην συνέντευξη μας. Ποιο είναι το μήνυμα που θα ήθελες να αφήσουμε στον κόσμο που θα μας διαβάσει;
Γ.Π. Εγώ σε ευχαριστώ για τις ευστοχότατες ερωτήσεις! Ενίοτε μ’ έκανες να διατυπώσω πράγματα που στο μυαλό μου ήταν μισοσχηματισμένα ή ψιλοασαφή κι έπρεπε να τα βάλω σε τάξη. Σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτό! Δεν θα ήθελα να αφήσω κανένα βαρύγδουπο μήνυμα για το τέλος. Έχω ήδη κάνει αρκετά τον έξυπνο! Εύχομαι μόνο υγεία και μυαλά ελεύθερα κι ανοιχτά! Και καλές ακροάσεις!






































