Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, κι ας χαμηλώσουμε λίγο τη φωνή, μη μας ακούσουν οι «ηθικολόγοι» της διπλανής πόρτας (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, μόλις τακτοποίησαν τον γιο τους στο Πυροβολικό). Στην Ελλάδα, η λέξη «βύσμα» προκαλεί μια αντανακλαστική, σχεδόν Παβλόφεια αντίδραση: δημόσια κατακραυγή, ιδιωτική ανακούφιση.
Είθισται να αντιμετωπίζουμε την «κουλτούρα του μέσου» ως το απόλυτο τεκμήριο της εθνικής μας ανηθικότητας. Μια γονιδιακή προδιάθεση στη διαφθορά, ένα βαλκανικό κουσούρι που αρνείται να πεθάνει. Είναι όμως έτσι; Ή μήπως αυτή η επιφανειακή ανάγνωση μας εμποδίζει να δούμε το πραγματικό τραύμα που κρύβεται πίσω από το τηλεφώνημα στον «γνωστό»;
Μια προκλητική, ίσως και αιρετική, ανάλυση θα τολμούσε να πει το εξής: Το βύσμα δεν είναι εργαλείο επιβολής. Είναι μηχανισμός επιβίωσης.
Το τραύμα της θεσμικής ανασφάλειας
Ο μέσος Έλληνας δεν αναζητά το «μέσον» επειδή είναι εκ φύσεως διεφθαρμένος ή επειδή απολαμβάνει να καταστρατηγεί την αξιοκρατία. Το αναζητά επειδή τρέμει. Υποφέρει από ένα χρόνιο «τραύμα θεσμικής ανασφάλειας».
Ζούμε σε μια χώρα όπου η σχέση πολίτη-κράτους δεν βασίζεται στο «Συμβόλαιο», αλλά στο «Λαχείο». Η νόμιμη οδός, η τυπική διαδικασία, η «ουρά», φαντάζουν στα μάτια του πολίτη όχι ως ο δρόμος προς τη δικαίωση, αλλά ως μια μαύρη τρύπα αβεβαιότητας.
Θα χειρουργηθείς στην ώρα σου αν πας με τον σταυρό στο χέρι; Θα πάρεις την άδεια για την επιχείρησή σου αν δεν «σπρώξει» κάποιος τον φάκελο; Θα υπηρετήσει το παιδί σου κάπου που να μην κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα;
Η απάντηση που δίνει το συλλογικό μας ασυνείδητο είναι ένα ηχηρό «Όχι». Ο πολίτης δεν πιστεύει ότι το κράτος είναι τυφλό (με την έννοια του αμερόληπτου). Πιστεύει ότι το κράτος είναι…αλληθώρο. Κοιτάζει εκεί που υπάρχει πίεση. Επομένως, το βύσμα είναι η «ασφάλεια ζωής» απέναντι σε έναν απρόβλεπτο, χαώδη και συχνά εχθρικό κρατικό μηχανισμό.
Η ιδιωτικοποίηση της ασφάλειας
Αν το δούμε ψυχρά και κυνικά, το «μέσον» αποτελεί την πιο άμεση μορφή ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής πρόνοιας. Όσο το κράτος αποτυγχάνει να πείσει ότι λειτουργεί δίκαια και αυτόματα, τόσο το «τηλεφώνημα» θα παραμένει το μόνο δίχτυ ασφαλείας.
Είναι μια πράξη απελπισίας. Όταν ο πολίτης σηκώνει το ακουστικό για να ζητήσει χάρη, ουσιαστικά ομολογεί την ήττα του απέναντι στο σύστημα. Παραδέχεται ότι ως μονάδα, ως φορολογούμενος με δικαιώματα, είναι ανίσχυρος. Χρειάζεται έναν «προστάτη». Σε μια κοινωνία όπου οι θεσμοί είναι ρευστοί, οι προσωπικές γνωριμίες γίνονται οι στυλοβάτες της ύπαρξής μας.
Το βύσμα, λοιπόν, δεν είναι παράπτωμα. Είναι αμυντικό δόγμα. Είναι η προσπάθεια του μικρού ανθρώπου να βάλει μια τάξη στο χάος, να εξασφαλίσει ότι ο φάκελός του δεν θα χαθεί πίσω από κάποιο σκονισμένο ερμάριο, ότι η φωνή του θα ακουστεί μέσα στη βαβούρα της γραφειοκρατίας.
Η υποκρισία του «κακού άλλου»
Εδώ κρύβεται και το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της εθνικής μας ιστορίας. Το παράδοξο της ελληνικής ηθικής: το δικό μου βύσμα είναι ανάγκη, το δικό σου είναι διαφθορά.
Όταν εμείς χρησιμοποιούμε γνωριμίες, το κάνουμε γιατί «μας αδικεί το σύστημα», γιατί «έτσι λειτουργούν τα πράγματα», γιατί «δεν γινόταν αλλιώς». Είμαστε τα θύματα που αναγκάζονται να παίξουν βρώμικα για να επιβιώσουν. Όταν το κάνει ο διπλανός, είναι «κομματόσκυλο», «αναξιοκρατικός» και «μέρος του προβλήματος».
Αυτή η συλλογική σχιζοφρένεια συντηρεί τον κύκλο. Καταδικάζουμε το φαινόμενο στις παρέες και στα social media, αλλά κρατάμε το τηλέφωνο του βουλευτή, ή του γραμματέα του, αποθηκευμένο στα «Αγαπημένα». Γιατί; Γιατί βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι την κρίσιμη ώρα, η ιδεολογία δεν πληρώνει ενοίκια, ούτε βρίσκει κρεβάτι στην εντατική.
Μέχρι, όμως, να αποκτήσουμε Κράτος, θα έχουμε θείους και νονούς.
Η εξάλειψη της «κουλτούρας του βύσματος» δεν θα έρθει με ηθικά κηρύγματα, ούτε με εισαγγελικές παρεμβάσεις. Δεν είναι ζήτημα παιδείας, είναι ζήτημα εμπιστοσύνης.
Ο Έλληνας θα σταματήσει να ψάχνει «μπάρμπα στην Κορώνη» μόνο όταν πειστεί ότι η Κορώνη λειτουργεί ρολόι χωρίς τον μπάρμπα. Όταν η αξιοκρατία γίνει πιο αποδοτική από τη γνωριμία. Όταν νιώσει ότι το κράτος τον σέβεται τόσο, ώστε να μην χρειάζεται διαμεσολαβητές για τα αυτονόητα.
Μέχρι τότε, ας μην κοροϊδευόμαστε. Το βύσμα θα παραμένει ο σιωπηλός, σκοτεινός ιππότης της καθημερινότητάς μας. Μια θλιβερή, αλλά απαραίτητη πατερίτσα σε μια κοινωνία που κουτσαίνει θεσμικά.









































