
Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή που χωρίζει το Κοινωνικό Κράτος από το Κράτος της Ελεημοσύνης. Στην Ελλάδα του 2025, αυτή η γραμμή έχει όχι μόνο ξεθωριάσει, αλλά έχει σβηστεί βίαια από τον χάρτη της πολιτικής ηθικής. Ζούμε πλέον στην εποχή της «Δημοκρατίας του Pass». Μιας δημοκρατίας όπου η ιδιότητα του πολίτη, με τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις που αυτή συνεπάγεται, έχει υποκατασταθεί από την ιδιότητα του «αιτούντος»: του ανθρώπου που στέκεται στην ψηφιακή ουρά του gov.gr, με το κινητό στο χέρι, περιμένοντας το κρατικό φιλοδώρημα για να βγάλει τον μήνα.
Η κεντρική ιδέα πίσω από την καταιγίδα των επιδομάτων (Market Pass, Fuel Pass, Youth Pass, Power Pass και ό,τι άλλο εφεύρει η κυβερνητική φαντασία) παρουσιάζεται ως κοινωνική ευαισθησία. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για την πιο κυνική παραδοχή πολιτικής ανικανότητας. Όταν ένα κράτος αδυνατεί να ελέγξει την αισχροκέρδεια, όταν αποτυγχάνει να διασφαλίσει αξιοπρεπείς μισθούς και όταν σηκώνει τα χέρια ψηλά απέναντι στα καρτέλ της αγοράς, τότε καταφεύγει στη λύση του «χαρτζιλικιού».
Η λογιστική της εξαθλίωσης
Τα ποσά που μοιράζονται δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Είναι ασπιρίνες σε ασθενή που χρειάζεται χειρουργείο. Το Market Pass δεν καλύπτει την αύξηση στο γάλα και το ψωμί. Το Fuel Pass δεν γεμίζει το ρεζερβουάρ. Αυτά τα μικροποσά λειτουργούν ως πολιτική αναισθησία. Στόχος τους δεν είναι η ευημερία του πολίτη, αλλά η προσωρινή σίγαση της οργής του.
Το χειρότερο; Τα χρήματα αυτά δεν είναι «δώρο» της κυβέρνησης. Προέρχονται από την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, κυρίως μέσω του ΦΠΑ που έχει εκτοξευθεί λόγω της ακρίβειας. Το κράτος, δηλαδή, λειτουργεί ως ένας διεστραμμένος Ρομπέν των Δασών: τα παίρνει από τους πολλούς μέσω της ακρίβειας και επιστρέφει στους ίδιους ένα ελάχιστο κλάσμα, ζητώντας από πάνω και το «ευχαριστώ». Είναι ο ορισμός του πολιτικού ταχυδακτυλουργού που σου κλέβει το πορτοφόλι για να σου κεράσει καφέ.
Ο ψηφιακός Μαυρογυαλούρος
Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα ζήτημα μόνο οικονομικό, αλλά και βαθύτατα πολιτικό και θεσμικό. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μετάλλαξη του παλαιοκομματικού πελατειασμού. Κάποτε, ο βουλευτής υποσχόταν διορισμό στο Δημόσιο. Ήταν μια σχέση διαρκής, βαριά και κοστοβόρα. Σήμερα, ο πελατειασμός έχει εκσυγχρονιστεί. Έχει γίνει άμεσος, φθηνός και ψηφιακός.
Δεν χρειάζεται πια να διορίσεις κάποιον για να πάρεις τη ψήφο του. Αρκεί να του πιστώσεις 50 ευρώ στον λογαριασμό του λίγο πριν τις εκλογές. Η εξαγορά συνειδήσεων έχει γίνει πια η «uber-οποίηση» της πολιτικής διαφθοράς. Το «Youth Pass», για παράδειγμα, δεν είναι πολιτιστική ενίσχυση των νέων. Είναι ένα ωμό, κυνικό χαρτζιλίκι εξαγοράς της νεανικής ψήφου, μιας γενιάς που η πολιτεία έχει αφήσει χωρίς προοπτική, χωρίς στέγη και με μισθούς πείνας. Αντί για μέλλον, τους δίνουμε 150 ευρώ για διακοπές.
Αυτή η πρακτική διαβρώνει τη δημοκρατία στον πυρήνα της. Μετατρέπει τον πολίτη από εντολέα της εξουσίας σε εξαρτώμενο επαίτη. Όταν η επιβίωσή σου εξαρτάται από την επόμενη εξαγγελία του Πρωθυπουργού για το επόμενο Pass, σταματάς να ελέγχεις την εξουσία. Φοβάσαι να αντιδράσεις μήπως και κοπεί η ροή. Η σχέση κράτους-πολίτη παύει να διέπεται από κανόνες δικαίου και μετατρέπεται σε σχέση φεουδάρχη-κολίγου.
Ο ευνουχισμός της αντίδρασης
Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η ψυχολογική μεταστροφή του εκλογικού σώματος. Καλλιεργείται συστηματικά μια νοοτροπία ελάσσονος προσπάθειας και χαμηλών προσδοκιών. Ο πολίτης παύει να απαιτεί δομικές αλλαγές. Δεν ζητάει πια μείωση του ΦΠΑ, δεν ζητάει πραγματικές αυξήσεις μισθών, δεν ζητάει πάταξη της κερδοσκοπίας. Μαθαίνει να ζει με το χέρι απλωμένο.
Αυτός ο εθισμός στο επίδομα ευνουχίζει την πολιτική αντίδραση. Πώς να διαδηλώσεις για την ακρίβεια όταν μόλις έκανες αίτηση για να σου πληρώσει το κράτος το 10% των αγορών σου στο σούπερ μάρκετ; Γίνεσαι συνένοχος στην ίδια σου την φτωχοποίηση. Η πολιτική του «χαρτζιλικιού» δημιουργεί μια κοινωνία χαμηλών οριζόντων, μια κοινωνία που δεν ονειρεύεται να ευημερήσει, αλλά απλώς ελπίζει να «την βγάλει» με ξένες πλάτες.
Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιεργείται αθόρυβα και το «σύνδρομο της μαθημένης αβοηθησίας». Ο ψηφοφόρος πείθεται υποσυνείδητα ότι η οικονομική δυσπραγία και η ακρίβεια είναι φυσικά φαινόμενα, αναπόφευκτα, όπως η κακοκαιρία, απέναντι στα οποία είναι θεσμικά ανίσχυρος. Η ψυχολογική αυτή συνθήκη μετατρέπει την κοινωνική οργή σε ατομικό άγχος για την ορθή συμπλήρωση της αίτησης. Η συλλογική διεκδίκηση πεθαίνει και τη θέση της παίρνει ο ανταγωνισμός της φτώχειας: ποιος είναι αρκετά ευάλωτος ώστε να «ξεκλειδώσει» το βοήθημα. Έτσι, η κοινωνία κατακερματίζεται σε φοβισμένες μονάδες που δεν κοιτούν πώς θα αλλάξουν τη χώρα, αλλά πώς θα εξασφαλίσουν την εύνοια του συστήματος, εθιζόμενες στη ντοπαμίνη μιας ελεημοσύνης που βαφτίστηκε κοινωνική πολιτική.
Πολίτες ή Υπήκοοι;
Ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Το «Pass» δεν είναι λύση, είναι η παραδοχή της ήττας. Είναι η υπογραφή της χρεοκοπίας ενός οικονομικού μοντέλου που δεν μπορεί να παράγει πλούτο για όλους, παρά μόνο κέρδη για τους λίγους και ελεημοσύνη για τους πολλούς.
Όσο αποδεχόμαστε τον ρόλο του «επιδοματία», τόσο απομακρυνόμαστε από τον ρόλο του πολίτη. Η αξιοπρέπεια δεν χωράει σε QR Codes. Η δημοκρατία δεν είναι συνδρομητική υπηρεσία που ανανεώνεται με vouchers. Αν θέλουμε να λεγόμαστε σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, πρέπει να απαιτήσουμε πίσω την οικονομική μας αυτοτέλεια. Πρέπει να απαιτήσουμε μισθούς που να καλύπτουν τις ανάγκες μας και τιμές που να ανταποκρίνονται στην λογική.
Μέχρι τότε, θα παραμένουμε δέσμιοι μιας πολιτικής που μας αντιμετωπίζει όχι ως υπερήφανους πολίτες, αλλά ως ενοχλητικούς ζητιάνους που αρκούνται σε μερικά ψίχουλα για να μην κάνουν φασαρία. Και αυτό, δυστυχώς, είναι μια επιλογή που κάνουμε εμείς, κάθε φορά που πανηγυρίζουμε για το επόμενο pass που πιστώθηκε στον λογαριασμό μας.




































