
Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, η πιο δημοφιλής ιδιότητα δεν είναι πλέον αυτή του ψηφοφόρου, ούτε του εργαζόμενου, ούτε καν του γονέα. Είναι η ιδιότητα του Εισαγγελέα. Όχι του θεσμικού, αυτού που πέρασε από τη Βασική Σχολή Δικαστών, αλλά του αυτεπάγγελτου, του ψηφιακού, του πανταχού παρόντος τιμωρού. Σε μια κοινωνία που στροβιλίζεται στη δίνη της αβεβαιότητας, παρατηρούμε την ανάδυση ενός νοσηρού φαινομένου: την αναγωγή της καταγγελίας σε εθνικό σπορ και του δημόσιου διασυρμού σε ύστατη μορφή λαϊκής ψυχαγωγίας.
Ζούμε στην εποχή της «Μεγάλης Κρίσης», όχι της οικονομικής πια, αλλά της ηθικής και θεσμικής. Και μέσα σε αυτό το κενό, ο μέσος Έλληνας βρήκε έναν νέο ρόλο: αυτόν του ενόρκου, του δικαστή και του δήμιου ταυτόχρονα, σε μια δίκη που δεν τελειώνει ποτέ και διεξάγεται 24 ώρες το 24ωρο στις οθόνες των κινητών μας.
Το Θέαμα της Πτώσης: Μια Απαγορευμένη Ηδονή
Ας είμαστε ειλικρινείς, έστω και για μια φορά. Αυτό που μας κινεί δεν είναι η δίψα για Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη είναι μια έννοια αφηρημένη, ψυχρή, γραφειοκρατική. Αυτό που μας κινεί είναι κάτι πολύ πιο αρχέγονο και σκοτεινό: είναι η ηδονή της πτώσης.
Είναι η λεγόμενη Schadenfreude (χαιρεκακία), η οποία στην ελληνική εκδοχή της έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας. Υπάρχει μια σχεδόν ερωτική ικανοποίηση στο να βλέπεις κάποιον «επώνυμο» ή ακόμα και τον διπλανό σου, να γκρεμίζεται από το βάθρο του. Όσο πιο ψηλά βρισκόταν, τόσο μεγαλύτερος ο θόρυβος της πτώσης, και τόσο πιο απολαυστικό το θέαμα για το πλήθος που παρακολουθεί από την ασφάλεια της ανωνυμίας του.
Δεν μας ενδιαφέρει αν η κατηγορία ευσταθεί. Δεν μας απασχολεί το τεκμήριο της αθωότητας (μια έννοια που στην Ελλάδα έχει καταργηθεί de facto από το «Λαϊκό Δικαστήριο του Facebook»). Μας ενδιαφέρει το αίμα. Μας ενδιαφέρει το λιντσάρισμα ως θέαμα. Όπως οι Ρωμαίοι στο Κολοσσαίο απαιτούσαν τον θάνατο του μονομαχου για να εκτονώσουν τη μίζερη καθημερινότητά τους, έτσι και ο σύγχρονος νεοέλληνας απαιτεί την «κοινωνική θανάτωση» του εκάστοτε αποδιοπομπαίου τράγου. Η καταγγελία δεν είναι εργαλείο εξυγίανσης. Είναι το εισιτήριο για την αρένα.
Το Κενό Εξουσίας: Όταν το Κράτος απουσιάζει, ο Όχλος αναλαμβάνει
Ωστόσο, θα ήταν επιπόλαιο να αποδώσουμε αυτό το φαινόμενο αποκλειστικά στην κακία της ανθρώπινης φύσης. Η μετατροπή του Έλληνα σε ανθρωποφάγο σχολιαστή έχει βαθιές ρίζες στην παθογένεια του ελληνικού κράτους.
Ζούμε σε μια χώρα όπου η Δικαιοσύνη δεν είναι απλώς τυφλή, αλλά παράλυτη. Οι δίκες αναβάλλονται επ’ αόριστον, τα εγκλήματα παραγράφονται, και η αίσθηση της ατιμωρησίας έχει ποτίσει το συλλογικό υποσυνείδητο. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι το Κράτος Δικαίου είναι μια φάρσα, ότι οι ισχυροί πάντα ξεγλιστρούν και ότι ο νόμος εφαρμόζεται επιλεκτικά, τότε η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταρρέει.
Σε αυτό το θεσμικό κενό, η «αυτοδικία του πληκτρολογίου» φαντάζει ως η μόνη διέξοδος. Η ψηφιακή καταγγελία γίνεται το υποκατάστατο της επίσημης δικαιοσύνης. «Αφού δεν θα τον τιμωρήσει το δικαστήριο, θα τον τιμωρήσω εγώ», σκέφτεται ο μέσος χρήστης. Είναι μια πράξη απελπισίας μεταμφιεσμένη σε πράξη ισχύος. Ο συρφετός, εθισμένος στην αναποτελεσματικότητα των αρχών, αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του, ή ακριβέστερα, στα δάχτυλά του. Μόνο που η δικαιοσύνη του όχλου είναι πάντα τυφλή από οργή, όχι από αμεροληψία.
Η «Ψηφιακή Αγχόνη»: Το Σύμπλεγμα του Ανθρωποφάγου
Εδώ κρύβεται η πιο «ψαγμένη» και συνάμα τραγική πτυχή του ζητήματος. Η ψηφιακή αρένα λειτουργεί ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης των δικών μας συμπλεγμάτων.
Ο Έλληνας σχολιαστής, ο οποίος κατακεραυνώνει τον «φοροφυγά», τον «ανήθικο», τον «παραβάτη», συχνά προβάλλει στον κατηγορούμενο τις δικές του καταπιεσμένες ενοχές. Είναι ο μηχανισμός της προβολής στην πιο αγρία μορφή του. Καταδικάζουμε με μανία στον άλλον αυτό που ανεχόμαστε ή κρύβουμε στον εαυτό μας.
Η «Ψηφιακή Αγχόνη» στήνεται εύκολα. Δεν χρειάζονται αποδείξεις, παρά μόνο μια φωτογραφία, ένα screenshot, μια φήμη. Και εκεί ξεκινά η εκτόνωση. Πίσω από την οθόνη, ο μικροαστός που νιώθει ασήμαντος, που πιέζεται από τα χρέη, που νιώθει αδικημένος από τη ζωή, αποκτά ξαφνικά εξουσία. Γίνεται κριτής. Γίνεται τιμωρός. Η ικανότητα να καταστρέψεις τη ζωή ή την υπόληψη κάποιου με ένα σχόλιο προσφέρει μια ψευδαίσθηση δύναμης σε ανθρώπους που νιώθουν βαθιά αδύναμοι στην πραγματική τους ζωή.
Αυτή η διαδικασία δεν έχει ιερό και όσιο. Είναι ένας κανιβαλισμός χωρίς τέλος. Σήμερα κατασπαράζουμε τον έναν, αύριο τον άλλον, με την ίδια ευκολία που αλλάζουμε κανάλι στην τηλεόραση. Η ηθική αγανάκτηση είναι προσχηματική. Αυτό που αναζητούμε είναι η δόση ντοπαμίνης που προσφέρει η συλλογική επίθεση. Νιώθουμε μέλη μιας αγέλης, και η αγέλη νιώθει ασφαλής μόνο όταν κυνηγάει.
Ο Εθισμός στην Τοξικότητα
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία βαθιά τοξική, όπου η καχυποψία βασιλεύει. Δεν υπάρχει πλέον διάλογος, παρά μόνο παράλληλοι μονόλογοι μίσους. Η κριτική σκέψη έχει αντικατασταθεί από τον συναισθηματικό παροξυσμό. Κανείς δεν περιμένει το πόρισμα της έρευνας: η ετυμηγορία έχει βγει από τα πρώτα πέντε λεπτά της ανάρτησης.
Και το πιο επικίνδυνο; Αυτή η κουλτούρα της διαρκούς καταγγελίας και του δημόσιου διασυρμού αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά προβλήματα. Ενώ τσακωνόμαστε για το ποιος είπε τι στο Twitter, οι θεσμικές παθογένειες που επιτρέπουν την αδικία παραμένουν ανέπαφες. Το κράτος τρίβει τα χέρια του, καθώς οι πολίτες εκτονώνουν την οργή τους ο ένας πάνω στον άλλον αντί να απαιτήσουν ουσιαστικές αλλαγές.
Αντί επιλόγου..
Η «ηδονή της καταγγελίας» είναι το ναρκωτικό μιας κοινωνίας που έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να διορθώσει τον εαυτό της και αρκείται στο να τιμωρεί τους άλλους. Όσο όμως συνεχίζουμε να λειτουργούμε ως αυτοδιορισμένοι εισαγγελείς, απλώς νομιμοποιούμε τη ζούγκλα.
Ίσως ήρθε η ώρα να κατεβάσουμε το δάχτυλο που δείχνει και να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τον εαυτό μας. Γιατί σε αυτή την αρένα της ψηφιακής ανθρωποφαγίας, κανείς δεν είναι ασφαλής. Σήμερα είσαι ο εισαγγελέας. Αύριο, με ένα στραβό βήμα, μια παρεξηγημένη φράση ή μια άδικη φήμη, μπορεί να είσαι εσύ ο κατηγορούμενος. Και τότε, θα συνειδητοποιήσεις ότι το πλήθος δεν θέλει δικαιοσύνη. Θέλει απλώς να φάει.







































