
Αυλαία έριξε η πολυσυζητημένη σειρά «Η Μεγάλη Χίμαιρα» την περασμένη Κυριακή 01/02. Το φινάλε άφησε το κοινό καθηλωμένο και ανήμπορο να πιστέψει τις εξελίξεις των γεγονότων που διαδέχονταν η μία την άλλη στη σειρά εποχής της ΕΡΤ1. Η απόλυτη τραγικότητα, χωρίς έλεος, χωρίς ανάσα, σκηνές από αρχαία τραγωδία. Αποχαιρετισμοί, απέραντη μοναξιά, άνθρωποι στα όριά τους, να ακροβατούν μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο έρωτας, ο πόθος, η συντριβή, η αμέλεια, η αφοσίωση, η οικογένεια, όρκοι. Όλα σε ένα κουβάρι μέσα, να κρύβονται και ταυτόχρονα να ουρλιάζουν.
Συναισθήματα, κουκουλώνονται, βρωμίζονται, χάνονται και σπαράζουν μπροστά στο τέλος που έρχεται. Μη μπορώντας τυφλοί πια οι πρωταγωνιστές να βρουν το δρόμο τους και τον προορισμό τους. Κανείς και τίποτα δεν παίρνει ανάσα. Ακόμα και η μικρή πρωταγωνίστρια, η Αννούλα που χάνει τόσο άδοξα τη ζωή της. Σαν να πλήρωσε κι αυτή αμαρτίες άλλων. Σαν να έπρεπε να σβήσει κάποιο χρέος, κάποια αμαρτία. Παραμελήθηκε δις, ξεψυχώντας μόνη της, φωνάζοντας τη μαμά της, τη Φωτεινή Πελούζο ή αλλιώς Μαρίνα στη σειρά.
Μέχρι και τη στιγμή που η Μαρίνα έπεφτε στο κενό, μέχρι και το τελευταίο πλάνο, με εκείνη να βουλιάζει και τα μαλλιά της να πλέκονται στο βυθό, ίσως πιστεύαμε ακόμα ότι ο Γιάννης της (Ανδρέας Κωνσταντίνου) θα την έσωζε. Αυτό ψιθύριζε άλλωστε απεγνωσμένα συνέχεια! Αυτό είχε ανάγκη μόνο! Ο Γιάννης της να την έσωζε για μια ύστατη φορά. Γιατί ήξερε ότι αυτό πια θα ήταν και το τέλος της. Μια ζωή μακριά του. Μακριά από τον σωτήρα της. Μα δεν τα κατάφερε! Την σκότωσε το ίδιο της το τραύμα και δεν θα μπορούσε πια να σωθεί ξανά από κανένα. Τώρα ήξερε ότι πλησίαζε το τέλος. Το είχε επιλέξει πια με έναν τρόπο.
Ο νους του θεατή όμως, ως την τελευταία σκηνή, έπλαθε σενάρια σωτηρίας της Μαρίνας. Τη φανταστήκαμε να ομολογεί στον Γιάννη την αλήθεια. Φανταστήκαμε να τη συγχωρεί, φανταστήκαμε πλάνα ευτυχίας των δυο τους μαζί. Πιστέψαμε πως η αγάπη τους θα λύτρωνε τον πόνο και τον θάνατο που σπάρθηκε τριγύρω. Ναι! Αποχαιρετώντας την πεθερά της Ρεΐζενα (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), τη φανταστήκαμε να μπαίνει τελευταία στο καράβι για Αθήνα και μετά, ελεύθερη και πάλι, ανήκοντας μόνο στο μέλλον της πια να ξεπροβάλλει σε κάποιο λιμάνι της Ιταλίας, ως άλλη κυνηγημένη από την κοινωνία και “αμαρτωλή”, ως άλλη Μόνικα Μπελούτσι στην ταινία “Μαλένα”. Αλλά ζωντανή!

Η ίδια δεν κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τη μοίρα της, το πεπρωμένο, το ίδιο της το τραύμα. Πονεμένη από το χαμό του πατέρα της σε μικρή ηλικία και την ανύπαρκτη παρουσία του ως τότε στη ζωής της. Η κορύφωση τους δράματος για εκείνη, αυτό που θα τη στιγμάτιζε για πάντα, υπήρξε η ζωή με τη μητέρα της και ο τρόπος που έμαθε για τον έρωτα. Η μητέρα της, τη μεγάλωσε ενώ εκδιδόταν πολυτελώς μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Παγώνοντας στην ψυχή και στο σώμα της, ό,τι πιο όμορφο είχε να πάρει και να δώσει σε αυτή τη ζωή. Τον έρωτα, την ηδονή. Γνωρίζοντας τον Γιάννη μέσα στη «Χίμαιρα», η φλόγα της ζωής μπαίνει ξανά μέσα της. Σώζεται, ξυπνώντας το κορμί και την ψυχή της. Εκεί κερδίζει την μάχη, μα όχι τον πόλεμο.
Αυτό που έζησε τραυματικά ως παιδάκι ήταν πάντα εκεί και περίμενε την ευκαιρία κάθε φορά για να ενεργοποιηθεί. Εκεί πάντοτε ως τραγική ηρωίδα, ξεκινάει διαπράττοντας την ύβρη, αγέρωχα, αλαζονικά και σαν περιπέτεια ακόμα, αφήνεται στον άντρα που τη συγκλόνισε, πιστεύοντας ότι μπορεί να γίνει μια άλλη και να ξεφύγει από ότι την μάτωσε βαθιά. Αυτό που μέχρι και λίγη ώρα θα την έκανε να πάρει τους δρόμους, τα λιμάνια, τα βουνά και να φύγει μακριά. Το ίδιο της το πεπρωμένο. Το βαθύ τραύμα της που τύφλωσε την ομορφιά της ζωής, το στέρεο και ουσιώδες, το συναίσθημα και την αγάπη.
Πως άλλωστε να ξεφύγεις από τη μοίρα και το πεπρωμένο σου εκείνη την εποχή;
Απ’ όσα έζησες και απ’ όσα σου έμαθαν; Πεπρωμένο, οριστικό και αμετάκλητο σύμφωνα με τους αρχαίους ημών προγόνους! Όλα γραμμένα και κανείς, ούτε θεός ούτε θνητός μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. “Πεπρωμένο φυγείν αδύνατον”. Μοιρολατρικό όλο αυτό ναι! Αλλά μιλάμε για τραγικούς ήρωες, σκηνές από αρχαία τραγωδία όσο η πλοκή κορυφώνεται. Πάθη, θυσίες, τραμπάλα μεταξύ ηθικής, δικαίου και μοίρας. Ήρωες σε ύβρη, ζώντας και ζητώντας αλαζονικά τα πάντα. Και τώρα τι μένει; Η “κάθαρσις”!
Η “κάθαρση” όμως δεν ήρθε ποτέ. Ο λυτρωμός για κανέναν. Αντίθετα, ο θάνατος της Μαρίνας άφησε πίσω ένα τεράστιο κενό, πίκρα που δεν αποφεύχθηκε. Ως την τελευταία ανάσα, η ηρωίδα, προσπαθεί απελπισμένα να σωθεί. Προσπαθούμε κι εμείς να σωθούμε μέσα από εκείνη, να πιστέψουμε στην κατανόηση και τη μετάνοια, στη δύναμη της Αγάπης, στη φλόγα του έρωτα που δε σβήνει. Να δούμε τα λάθη που κάνει κάποιος ως αδυναμίες, ως λάθη που πράττει, χωρίς να μπορεί να κάνει αλλιώς, χωρίς να τον λιθοβολήσουμε, γιατί απλά είμαστε άνθρωποι, θνητοί, ευάλωτοι και ακροβατούμε συχνά πάνω στην αμαρτία και στη συντριβή. Τόσο κοντά και τόσο μακριά από την ευτυχία και τη σωτηρία. Τη λύτρωση και την αγάπη! Ας δεχτούμε όμως πως δεν έχουν φτιαχτεί όλες οι ιστορίες για να μας παρηγορούν, αλλά κάποιες απλά για να μας συγκλονίζουν







































