Αν υπάρχει ένας ήχος που ορίζει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αυτός δεν είναι ο φλοίσβος του κύματος, ούτε το θρόισμα των φύλλων στα βουνά της Πίνδου. Είναι ο βρυχηθμός μιας πειραγμένης εξάτμισης στις τρεις τα ξημερώματα. Είναι η εκκωφαντική τραπ μουσική που αναβλύζει από διερχόμενα αυτοκίνητα-κινητά κλαμπ. Είναι η συλλογική κραυγή στα καφέ, όπου η ένταση της μουσικής συναγωνίζεται την ένταση της φωνής, δημιουργώντας μια αδιαπέραστη ηχητική ομίχλη.
Η Ελλάδα βιώνει έναν αργό, βασανιστικό “θάνατο” της σιωπής. Και ενώ οι περισσότερες συζητήσεις γύρω από την ηχορύπανση εξαντλούνται σε ιατρικούς όρους ή νομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας, η ρίζα του κακού είναι βαθύτερη. Είναι πολιτισμική, ψυχολογική και, εν τέλει, υπαρξιακή. Ζούμε σε μια χώρα που έχει κηρύξει τον πόλεμο στην ησυχία, αντιμετωπίζοντάς την ως εχθρό που πρέπει να εξοντωθεί πάση θυσία.
Ο Τρόμος του Κενού (Horror Vacui)
Γιατί ο Έλληνας φοβάται τη γαλήνη; Η απάντηση ίσως βρίσκεται σε αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν Τρόμο του Κενού (Horror Vacui). Στον δημόσιο χώρο, η σιωπή εκλαμβάνεται ως αμηχανία, ως απουσία ζωής, ως «νέκρα». Για τον μέσο Νεοέλληνα, η ύπαρξη επιβεβαιώνεται μέσω του θορύβου. «Φωνάζω, άρα υπάρχω». «Κάνω φασαρία, άρα είμαι παρών».
Ο θόρυβος λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός άμυνας. Είναι το τέλειο προπέτασμα καπνού για να αποφύγουμε την αναμέτρηση με τον εαυτό μας. Όταν ο περιβάλλων χώρος δονείται από ήχους, ο εσωτερικός μονόλογος σωπαίνει. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς τα προβλήματά σου, τις αποτυχίες σου, ή την κενότητα της καθημερινότητάς σου, αν το μυαλό σου βομβαρδίζεται διαρκώς από εξωτερικά ερεθίσματα. Η ηχορύπανση στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν είναι ατύχημα, αλλά μια συλλογική, ασυνείδητη επιλογή φυγής από την εσωτερικότητα.
Η σιωπή ως στίγμα
Σε αυτή την κοινωνία των υψηλών ντεσιμπέλ, η σιωπή έχει ποινικοποιηθεί κοινωνικά. Παρατηρήστε μια παρέα σε ένα ελληνικό τραπέζι. Αν υπάρξει μια παύση δέκα δευτερολέπτων, η αμηχανία είναι σχεδόν απτή. Κάποιος πρέπει να μιλήσει, να πει ένα αστείο, να σχολιάσει τον καιρό, να κάνει θόρυβο.
Ο σιωπηλός άνθρωπος θεωρείται ύποπτος. Στο συλλογικό φαντασιακό, αυτός που επιζητά την ησυχία ή δεν συμμετέχει στον ορυμαγδό είναι είτε καταθλιπτικός, είτε σνομπ, είτε αντικοινωνικός. Η έννοια της «διασκέδασης» έχει ταυτιστεί απόλυτα με την ένταση. Ένα μπαρ όπου μπορείς να συζητήσεις χωρίς να ουρλιάζεις θεωρείται «ψόφιο». Μια παραλία χωρίς beach bar που να βαράει μπάσα μέχρι το μεδούλι θεωρείται «βαρετή». Έχουμε εθιστεί στην ντοπαμίνη του θορύβου, σε σημείο που η ηρεμία μάς προκαλεί στερητικό σύνδρομο.
Η βία της εξάτμισης
Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας είναι η ηχητική βία στους δρόμους. Ο αναβάτης που αφαιρεί τον σιγαστήρα από τη μηχανή του δεν το κάνει για τεχνικούς λόγους. Το κάνει ως πράξη
επιβολής. Μετατρέπει τον ήχο σε όπλο κατάληψης του δημόσιου χώρου. Ο ήχος του διαπερνά τους τοίχους των σπιτιών, εισβάλλει στα υπνοδωμάτια, διακόπτει σκέψεις και όνειρα. Είναι μια δήλωση ναρκισσισμού: «Είμαι εδώ, και θα με ακούσετε με το ζόρι».
Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, ο σεβασμός της γαλήνης του άλλου είναι δείγμα ενσυναίσθησης. Στην Ελλάδα, η παραβίαση της γαλήνης του άλλου είναι δικαίωμα, και η διαμαρτυρία εναντίον της θεωρείται ιδιοτροπία.
Το τέλος της σκέψης
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι δραματικές και ξεπερνούν την απλή ενόχληση. Η σιωπή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η αναγκαία συνθήκη για τη βαθιά σκέψη (deep thinking). Δεν μπορείς να στοχαστείς, να δημιουργήσεις, να αναλύσεις σύνθετα δεδομένα ή να διαβάσεις ουσιαστικά, όταν βρίσκεσαι υπό καθεστώς ηχητικής πολιορκίας.
Μια κοινωνία που δεν σωπαίνει ποτέ είναι μια κοινωνία που δεν σκέφτεται ποτέ. Είναι μια κοινωνία καταδικασμένη στην επιφάνεια, στην ατάκα, στην παρορμητική αντίδραση. Η έλλειψη ησυχίας οδηγεί σε πνευματική ρηχότητα. Χάνουμε την ικανότητα να ακούμε, όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τη δική μας συνείδηση.
Η επανάσταση της ησυχίας
Η ησυχία στον δημόσιο χώρο πρέπει να πάψει να θεωρείται ένδειξη πένθους και να αναγνωριστεί ως δείκτης πολιτισμού και ψυχικής υγείας.
Η διεκδίκηση της σιωπής σήμερα είναι μια πράξη επαναστατική. Είναι η άρνηση να συμμετέχουμε στον αδιάκοπο θόρυβο που αποσκοπεί στην αποβλάκωση. Είναι η επιμονή στο δικαίωμα να ακούμε τις σκέψεις μας. Σε έναν κόσμο που ουρλιάζει για να αποδείξει ότι υπάρχει, ίσως η πιο δυνατή κραυγή να είναι, τελικά, η απόλυτη σιωπή.
Ας μην φοβόμαστε τη σιωπή. Ας τη δούμε όχι ως κενό, αλλά ως χώρο. Χώρο για να αναπνεύσουμε, να σκεφτούμε και, ίσως, να αρχίσουμε να ζούμε ουσιαστικά, αντί απλώς να κάνουμε φασαρία.
































