
Στην Ελλάδα της κρίσης, της μετα-πανδημικής κόπωσης και της μόνιμης κοινωνικής δυστοκίας, υπάρχει μια πληθυσμιακή ομάδα που λειτουργεί ως το «αμορτισέρ» κάθε κρατικής αποτυχίας. Είναι η γυναίκα της Gen X και οι τελευταίες των Boomers. Γυναίκες μεταξύ 50 και 65+ ετών. Δεν θα τις δείτε σε πανό διαμαρτυρίας, ούτε θα ακούσετε τα αιτήματά τους σε βραδινά talk shows. Είναι απασχολημένες με το να κρατούν όρθια τα σπίτια τριών διαφορετικών γενεών, ενώ οι ίδιες καταρρέουν σιωπηλά κάτω από το βάρος μιας «προκοπής» που έχει καταντήσει ισόβια κάθειρξη.
Το ανεπίσημο κράτος πρόνοιας
Ας ξεκινήσουμε με μια αλήθεια που το ελληνικό κράτος αρνείται να παραδεχτεί: αν αύριο το πρωί οι Ελληνίδες αυτής της ηλικίας αποφάσιζαν να «κατεβάσουν τα μολύβια», το εθνικό σύστημα υγείας και η κοινωνική συνοχή θα διαλύονταν μέσα σε 24 ώρες.
Αυτή η γυναίκα είναι η «αόρατη κολόνα». Είναι εκείνη που θα μαγειρέψει για το σπίτι της, αλλά και για το σπίτι του ενήλικου γιου της που, στα 35 του, δουλεύει για 800 ευρώ και δεν μπορεί να βγάλει πέρα το μήνα. Είναι εκείνη που θα κάνει τη νοσηλεύτρια στον κατάκοιτο πατέρα της, επειδή οι δομές φροντίδας ηλικιωμένων είναι είτε απρόσιτες οικονομικά είτε κοινωνικά στιγματισμένες. Είναι εκείνη που θα πάρει το εγγόνι από το σχολείο, θα το διαβάσει και θα το ταΐσει, επειδή το κράτος θεωρεί το ολοήμερο σχολείο «πολυτέλεια».
Η οικονομική αποτίμηση αυτής της απλήρωτης εργασίας είναι αστρονομική. Στην πραγματικότητα, η Ελληνίδα μάνα-γιαγιά επιδοτεί την ελληνική οικονομία με το ίδιο της το σώμα. Και το τραγικό; Η σωματική κατάρρευση την επισκέπτεται ακριβώς τη στιγμή που το ηλικιακό της ορόσημο θα έπρεπε να σηματοδοτεί την ξεκούραση και τη συνταξιοδότηση.
Το τραύμα της «προκομμένης»
Γιατί όμως δεν αντιδρά; Η απάντηση κρύβεται σε μια βαθιά ριζωμένη ψυχολογική παθογένεια: το τραύμα της «προκομμένης». Μεγαλωμένες με το δόγμα της γενιάς του ’70, αυτές οι γυναίκες διδάχθηκαν ότι η αξία τους είναι ανάλογη της θυσίας τους. Η «καλή νοικοκυρά», η «άξια μάνα», η «ακούραστη επαγγελματίας».
Στο ελληνικό DNA, η έννοια της ξεκούρασης έχει ταυτιστεί με την τεμπελιά και την ηθική έκπτωση. Η γυναίκα που κάθεται στον καναπέ χωρίς να κρατάει πλεκτό, χωρίς να καθαρίζει φασολάκια ή χωρίς να ελέγχει τα email της δουλειάς, νιώθει μια ενστικτώδη ενοχή. Η αδυναμία θέσπισης ορίων (boundaries) δεν είναι χαρακτήρας, αλλά κοινωνική επιβολή. Έχουν εκπαιδευτεί να λένε «ναι» σε κάθε απαίτηση της οικογένειας, θεωρώντας το «όχι» ως πράξη προδοσίας προς το ιερό σύμβολο της Ελληνίδας Μάνας.
Menopause Ghosting: Η σιωπηρή έξοδος
Την ίδια στιγμή, στον εργασιακό χώρο, η γυναίκα άνω των 50 έρχεται αντιμέτωπη με μια άλλη, πιο σύγχρονη βαρβαρότητα: το Menopause Ghosting. Ενώ βιώνει τις ορμονικές καταιγίδες της
εμμηνόπαυσης, το διαβόητο brain fog, την αϋπνία, την εξάντληση, οφείλει να παριστάνει ότι τίποτα δεν συμβαίνει. Στην Ελλάδα, η εμμηνόπαυση παραμένει ένα ταμπού που προκαλεί αμήχανα γελάκια ή, χειρότερα, επαγγελματική περιθωριοποίηση.
Γυναίκες με τεράστια εμπειρία και κρίση νιώθουν ότι «λήγουν». Η έλλειψη εταιρικής κουλτούρας συμπερίληψης τις ωθεί στη σιωπηρή αποχώρηση ή στην παραίτηση από κάθε φιλοδοξία. Αντί το εργασιακό περιβάλλον να προσαρμοστεί στις ανάγκες ενός έμπειρου στελέχους, την αντιμετωπίζει ως ένα «κουρασμένο υλικό» που σύντομα θα αντικατασταθεί από κάποιον νεότερο και «φθηνότερο». Το burnout εδώ δεν είναι μόνο σωματικό. Είναι υπαρξιακό.
Η επανάσταση της «γιαγιάς»
Ωστόσο, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Μέσα σε αυτό το γκρίζο τοπίο, παρατηρούμε τα πρώτα δείγματα μιας αθόρυβης αλλά ουσιαστικής επανάστασης. Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να διεκδικήσουν τη ζωή τους πίσω.
Είναι η γιαγιά που θα πει «όχι, την Τετάρτη δεν μπορώ να κρατήσω το παιδί, έχω μάθημα ιταλικών ή πηγαίνω ταξίδι με τις φίλες μου». Αυτή η αυτονόητη διεκδίκηση προσωπικού χρόνου στην Ελλάδα βαφτίζεται «εγωισμός». Η κοινωνική κατακραυγή και η οικογενειακή πίεση («μα καλά, προτιμάς τις βόλτες από το εγγόνι σου;») λειτουργούν ως συναισθηματικοί εκβιασμοί.
Όμως, αυτή η «επανάσταση της γιαγιάς» είναι η μοναδική διέξοδος. Οι γυναίκες της Gen X αρνούνται να γίνουν η φωτοτυπία των μανάδων τους. Κατανοούν ότι η τρίτη ηλικία δεν είναι ο «προθάλαμος του τέλους», αλλά μια νέα φάση δημιουργικότητας και αυτονομίας.
Η ώρα της λύτρωσης
Το burnout της Ελληνίδας δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα. Είναι μια συλλογική παθογένεια. Όσο η πολιτεία βασίζεται στην «αόρατη κολόνα» για να καλύπτει τις τρύπες της πρόνοιας και όσο η ελληνική οικογένεια θεωρεί τη μάνα ως μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας χωρίς ανάγκες, το πρόβλημα θα διογκώνεται.
Χρειαζόμαστε μια νέα κοινωνική σύμβαση. Μια σύμβαση όπου η φροντίδα θα μοιράζεται ισότιμα, όπου η εμμηνόπαυση θα συζητιέται ανοιχτά στα γραφεία και όπου η λέξη «ξεκούραση» δεν θα συνοδεύεται από ενοχές.
Η Ελληνίδα «μιας κάποιας ηλικίας» δεν χρειάζεται άλλα συγχαρητήρια για την αντοχή της. Χρειάζεται το δικαίωμα να είναι κουρασμένη, να είναι ατελής και, επιτέλους, να είναι ο εαυτός της. Η κολόνα δεν χρειάζεται άλλο ασβέστωμα για να φαίνεται όμορφη. Χρειάζεται αποφόρτιση πριν σπάσει οριστικά.




































