
Μπορεί το θέατρο να είναι πολιτική πράξη; Και τι σημαίνει σήμερα να ανεβαίνει στη σκηνή ένα έργο που γράφτηκε στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά μιλά για τον πόλεμο, την εξουσία, την ευθύνη και την τύχη μιας ολόκληρης πόλης;
Οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου είναι ένα κατεξοχήν πολιτικό έργο. Στον πυρήνα τους βρίσκεται μια πόλη σε κατάσταση πολιορκίας, ένας λαός αντιμέτωπος με τον φόβο και μια σύγκρουση εξουσίας που ξεπερνά τα όρια της οικογένειας και γίνεται υπόθεση ολόκληρης της κοινότητας. Η προσωπική μοίρα συναντά τη συλλογική και το ιδιωτικό μετατρέπεται σε πολιτικό.
Αυτό είναι, ίσως, και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του πολιτικού θεάτρου: δεν χρειάζεται να μιλά ευθέως για την επικαιρότητα για να αφορά το παρόν. Αρκεί να θέτει ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά — για την εξουσία, τη βία, τον φόβο, την ευθύνη, τη σχέση του ατόμου με την πόλη.
Με αφορμή τη σκηνική προσέγγιση των «Επτά επί Θήβας», από τη θεατρική ομάδα Persona συζητάμε με τη σκηνοθέτιδα Λέα Μαλένη για το πολιτικό θέατρο σήμερα, για τη δύναμη της αρχαίας τραγωδίας να συνομιλεί με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο και, κυρίως, για το τι μπορεί να σημαίνει ένα έργο σαν αυτό για τον θεατή του σήμερα.
Σε μια εποχή όπου η ενημέρωση καταναλώνεται σε λίγα δευτερόλεπτα, έχει ακόμη το πολιτικό θέατρο τη δύναμη να ταράξει συνειδήσεις ή έχει χάσει τη μάχη απέναντι στην ταχύτητα και την εικόνα;
Καμία μάχη δεν έχει χαθεί. Ούτε όμως κι η ίδια η δύναμη που έχει μια εικόνα, θα έλεγα ότι λειτουργεί αποτρεπτικά σε σχέση με το πολιτικό θέατρο και την τέχνη γενικότερα. Εκτός αν μιλάμε για το κλικ της επιφάνειας κι όχι προς αποτύπωση της ουσίας. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνων που εθελοτυφλούν συνειδητά απέναντι στη ωμή πραγματικότητα των καιρών, υπάρχει πάντα εκείνο το μέρος του εγκεφάλου που, είτε ηθελημένα είτε όχι, καταγράφει την πληροφορία ή την είδηση, και την κουβαλά ως κάτι που εκκρεμεί κι επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά του. Το οποίο, ανάλογα με τις εξελίξεις, τυγχάνει επεξεργασίας, και πάλι εκούσια ή ακούσια, και στοιχειοθετείται ανάλογα με την ιεράρχηση που κάνει ο εγκέφαλος, σε σχέση με το πόσο σοβαρό ή σημαντικό είναι. Και κάποια στιγμή αποζητά απαντήσεις. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι το θέατρο γενικά, αλλά και το πολιτικό θέατρο ειδικότερα έχει τη δύναμη να προκαλέσει συνειδήσεις και να τις αφυπνίσει εκ νέου.
Μέσα από εναλλακτικές θεωρήσεις, νέα ερεθίσματα, αλλά και ουσιαστικά ερωτήματα που γεννά το ίδιο το παρόν σε συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον, μας φέρνει αντιμέτωπους με τους εαυτούς μας και την κοινωνία, προκειμένου να επαναπροσδιορίσουμε την ουσία και τον στόχο, όταν αυτά χάνονται μέσα στο χάος της καθημερινότητας και τον καταιγισμό των γεγονότων.
Πιστεύετε ότι το σημερινό κοινό αναζητά παραστάσεις που το προκαλούν να σκεφτεί ή προτιμά το θέατρο ως έναν χώρο διαφυγής από την πραγματικότητα; Έχει αλλάξει η σχέση του θεατή με το πολιτικό θέατρο;
Σε μια κοινωνία που λειτουργεί αρμονικά και σ’ έναν κόσμο χωρίς πολεμικά μέτωπα και εμφύλιους σπαραγμούς, ανίατες αρρώστιες, φτώχια, ανισότητα, ωμότητα, βία, διαφθορά και έγκλημα, κανείς δεν θα σκεφτόταν την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός θεάτρου που να εστιάζει σε φλέγοντα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα. Από την άλλη, σε περιόδους ύφεσης και αστάθειας, είναι φυσικό οι άνθρωποι να επιζητούν κάτι για να τους ελαφρύνει την ήδη βεβαρημένη διάθεσή τους. Που να μην τους μαυρίζει, να μην τους οδηγεί στο κόκκινο και να τους χαλαρώνει μετά από μια φορτωμένη, δύσκολη, κουραστική μέρα. Αλλά τότε ειδικά, είναι που χρειάζεται να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός αναγνώρισης της υφιστάμενης κατάστασης πίεσης και η διαδικασία επαναπροσδιορισμού της πραγματικότητας, προκειμένου να αντικόψει τη βία και να φέρει ξανά ισορροπία και αρμονία στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί τίποτα δεν αλλάζει από μόνο του, αν δεν το αλλάξουμε εμείς. Κι αυτό σίγουρα χρειάζεται σκέψη κι αναθεώρηση για να γίνει.
Υπάρχουν σήμερα θέματα που οι δημιουργοί διστάζουν να αγγίξουν από φόβο για κοινωνικές αντιδράσεις, ακυρώσεις ή οικονομικό κόστος; Μήπως η λογοκρισία έχει απλώς αλλάξει μορφή;
Δεν νομίζω. Απλώς υπάρχουν δημιουργοί που προτιμούν να αφήσουν πίσω θέματα, τα οποία μπορεί να δυσαρεστήσουν τους μελλοντικούς εργοδότες και χορηγούς τους. Όσο για τη λογοκρισία; Δεν έχει αλλάξει μόνο μορφή, αλλά και μεθόδους τακτικής. Επιπλέον, έχει γίνει αόρατη και συνεπώς, ακόμα πιο ύπουλη κι επικίνδυνη από το παρελθόν. Υπάρχει και η πιο σύνθετη εξίσωση, η φαινομενική ταύτιση του συστήματος με ιδέες, θέσεις και απόψεις έξω από αυτό, καθιστώντας προβληματικό και οξύμωρο το όλο εγχείρημα της απόκλισης ιδεών. Πολλές φορές, η παραχώρηση στέγης και χορηγιών σε αντι-συστημικούς καλλιτέχνες από μεγάλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς οι οποίοι αποτελούν το ίδιο το σύστημα που παράγει και ελέγχει το καλλιτεχνικό προϊόν ενός τόπου εντός και εκτός συνόρων, δίνει την αίσθηση μιας προοδευτικής προσέγγισης, ενώ με έναν τρόπο μάλλον χειραγωγεί και ξεθωριάζει την όποια αντίθετη ή κριτική τοποθέτηση, συνεπώς, και οποιαδήποτε αντίδραση του κοινού για αναθεώρηση ή επαναδιατύπωση ζητημάτων σε σχέση με την καθεστηκυία τάξη, μεταθέτοντας την συζήτηση από την ουσία στην επιφάνεια και σε διαδικτυακά debate σηκωμένων αντίχειρων, καρδούλων και μίσους.
Οφείλει το θέατρο να παίρνει θέση απέναντι στα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα ή κινδυνεύει, όταν το κάνει, να μετατραπεί σε ιδεολογικό κήρυγμα; Πού βρίσκεται η λεπτή ισορροπία;
Απεχθάνομαι το κήρυγμα, αλλά και τον διδακτισμό, πόσο μάλλον όταν τα συναντώ στο θέατρο. Ο ρόλος του θεάτρου ανάλογα με την εποχή, τις συνθήκες, τα γεγονότα και την κοινωνία που υπηρετεί και μέσα από τις διαφορετικές θεωρήσεις που εισηγείται, είναι να ενεργοποιεί και να αφυπνίζει τη σκέψη των θεατών, τροφοδοτώντας την με νέα ερεθίσματα και εναλλακτικές θεωρήσεις, τα οποία γεννούν με τη σειρά τους μια σειρά από ερωτήματα, προκειμένου να επαναπροσδιορίσουμε την ουσία και τον στόχο, ανακαλύπτοντάς τα εκ νέου. Ειδικά σε περιόδους ύφεσης και αστάθειας. Αλλά και στις περιπτώσεις διεφθαρμένων, δυσλειτουργικών καθεστώτων.
Αν το πολιτικό θέατρο έχει αποστολή να ενοχλεί, να αμφισβητεί και να αφυπνίζει, πώς εξηγείτε ότι πολλές φορές οι παραστάσεις με τον μεγαλύτερο εμπορικό αντίκτυπο είναι εκείνες που δεν απαιτούν τίποτα από τον θεατή πέρα από λίγες ώρες ψυχαγωγίας; Είναι τελικά το κοινό έτοιμο να αναμετρηθεί με δύσκολα ερωτήματα ή προτιμά την ασφάλεια του εύπεπτου;
Δεν αποτελεί αυτοσκοπό η ύπαρξη του πολιτικού θεάτρου. Είναι μια ανάγκη που γεννιέται κάποια στιγμή με βάση την εξέλιξη και την πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών. Ένα βαρόμετρο κι ένα καμπανάκι που έρχεται να μας βγάλει από την βολική μας θέση, θυμίζοντάς μας την πραγματικότητα, όταν δεν αντέχουμε να την αντικρύσουμε κατάματα. Ποιος θέλει να ακούει για δυσάρεστα πράγματα μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα με κοινωνική ανισότητα, εκμετάλλευση, φτώχια, πολεμικές συρράξεις ανά το παγκόσμιο, νεκρούς, κύματα μεταναστών, ρατσισμό, έξαρση μίσους και φανατισμού; Γιατί κανείς να θέλει να δει ή να ακούσει κάτι που τον κάνει να νιώθει άβολα και του θυμίζει την ευθύνη που μπορεί να έχει ως άνθρωπος στην εξέλιξη της ιστορίας της ανθρωπότητας; Από την άλλη, ποιος περιμένουμε να κάνει κάτι για όλα αυτά που δε μας αρέσουν, αν όχι εμείς οι ίδιοι; Το να γελάμε με αυτά που μας συμβαίνουν διακωμωδώντας τα, είναι κι αυτός ένας τρόπος αναγνώρισης ενός προβλήματος, αυτό όμως δεν σημαίνει παραδοχή ότι κι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε μέρος του. Συνεπώς, ναι, θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία
και μέτρο στο πόσο μαστιγώνουμε ή χαϊδεύουμε τους εαυτούς μας, στο βαθμό που μας καθιστά ενεργούς, συνειδητοποιημένους πολίτες κι όχι απαθείς θεατές των κοινωνικών ζητημάτων. Άλλωστε, η φράση «ως παρατζιεί» ή το «κρύψε, να περάσουμε», δεν μας έχει βοηθήσει ποτέ σ’ αυτό τον τόπο, η ιστορία το έχει αποδείξει πολλές φορές, εμπράκτως.

Οι Επτά επί Θήβας γράφτηκαν πριν από σχεδόν 2.500 χρόνια. Τι είναι αυτό που κάνει το έργο να μοιάζει τόσο ανησυχητικά σύγχρονο σήμερα;
Το βασικό του θέμα: ο πόλεμος και το τραύμα που αφήνει πίσω του. Διανύουμε μια περίοδο όπου οι ένοπλες συγκρούσεις παγκοσμίως αγγίζουν αριθμό ρεκόρ από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, φέρνοντάς μας επικίνδυνα κοντά σε μια γενικευμένη σύρραξη. Ο πόλεμος παραμένει δυστυχώς η πιο ανθεκτική, καταστροφική συνήθεια της ανθρωπότητας, εξολοθρεύοντας εκατομμύρια ανθρώπους ανά τους αιώνες. Γι’ αυτό και το έργο του Αισχύλου τέμνεται τόσο τραγικά με τον παρόν μας.
Στο έργο η εξουσία, ο φόβος και ο εμφύλιος οδηγούν σε μια αναπόφευκτη καταστροφή. Πιστεύετε ότι οι σημερινές κοινωνίες εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν τον ίδιο κύκλο;
Δυστυχώς, η ανθρωπότητα, από την εμφάνισή της πάνω στη γη μέχρι σήμερα, παρά τα επιτεύγματα και την πρόοδο τα οποία έχει καταφέρει, εξακολουθεί να διατηρεί μνήμη χρυσόψαρου. Και κάθε φορά, τυφλωμένη από την έπαρση και την αλαζονεία της, ξεχνώντας το παρελθόν, επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Από αυτή την τύφλωση δε θα μπορούσαν να ξεφύγουν οι σύγχρονες κοινωνίες, έχοντας κι έναν λόγο παραπάνω: την παραπληροφόρηση και τις ψεύτικες, κατασκευασμένες εικόνες ή ειδήσεις που μπορούν να γεννήσουν τέρατα και να προκαλέσουν χάος στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Υπό το καθεστώς του φόβου, της καταπίεσης, της στέρησης και του πολέμου, κανείς δεν είναι σε θέση να σκεφτεί νηφάλια, ώστε να κατευνάσει τις αντίθετες τριβές που φωλιάζουν μέσα του, αποφεύγοντας τη σύγκρουση και τις καταστροφικές συνέπειές της. Είναι στη φύση του ανθρώπου.
Η τραγωδία αυτή λειτουργεί ως πολιτικό σχόλιο ή ως διαχρονική μελέτη της ανθρώπινης φύσης; Μπορεί άραγε να διαχωριστεί το ένα από το άλλο;
Ο Αισχύλος παίρνει από τον μύθο όσα χρειάζεται και τα διαμορφώνει έτσι ώστε να δημιουργήσει μια παραβολή, μια αλληγορία που δεν έχει ως μόνο στόχο να αφηγηθεί ή να περιγράψει μια αδελφοκτονία για τη διεκδίκηση της εξουσίας, αλλά να διεισδύσει σε βάθος στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, θέτοντας υπό συζήτηση και επαναπροσδιορισμό μεγάλα ηθικά, θρησκευτικά, πολιτικά και υπαρξιακά ζητήματα σε σχέση με τα όρια και τις επιδιώξεις του ανθρώπου, όχι μόνο σε ατομικό, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, ξεκινώντας από τον Οίκο και καταλήγοντας στην Πόλη. Επιπλέον, το έργο αυτό ξεδιπλώνει μ’ έναν εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο, περνώντας από διάφορα στάδια, το πώς μια κοινωνία ευάλωτη και πάσχουσα μπορεί από στιγμή σε στιγμή να γίνει έρμαιο του ηγέτη της μέσα σε μια έξαρση εθνικισμού, αναπτύσσοντας παράλληλα φανατισμό και μίσος. Αυτό σίγουρα αποτελεί πολιτικό σχόλιο, μέσα όμως από μια έντεχνη αποτύπωση, κρυμμένη πίσω από το πέπλο του μύθου, χρησιμοποιώντας μια άλλη πόλη κι όχι την Αθήνα στην οποία παρουσιάστηκε, ιδρυτής της οποίας ήταν ένας ξένος, ο Κάδμος.
Ταυτόχρονα, λοιπόν, ενώ σχολιάζει, τοποθετείται. Και μέσα από την τοποθέτηση αυτή προκαλεί τον θεατή να σκεφτεί: τί είναι τελικά ξένο και τί οικείο; Και ποια είναι τελικά η έννοια του αδελφού;
Σε μια εποχή πολέμων, κοινωνικού διχασμού και έντονης πολιτικής πόλωσης, ποιο μήνυμα θεωρείτε ότι καλείται να μεταφέρει σήμερα η παράστασή σας;
Με αφορμή την παγκόσμια έξαρση του ρατσισμού, του εθνικισμού και του ακραίου φανατισμού, η παράστασή μας επαναδιαπραγματεύεται την έννοια του «ξένου», αντλώντας στοιχεία από τον μύθο όσο και από την Ιστορία: ο Κάδμος, ο ιδρυτής της Θήβας, καταγόταν από τη Φοινίκη. Η Θήβα, λοιπόν, κουβαλά από τη γέννησή της μια «ξένη» ρίζα. Αυτό καθιστά την έννοια της «καθαρής» ταυτότητας βαθιά αμφισβητήσιμη. Ποιος είναι τελικά ο ξένος και ποιος ο δικός μας; Ποιος είναι ο πραγματικός αδελφός και ποιος κουβαλά το ίδιο αίμα; Εκεί ακριβώς, στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην καταγωγή, την ταυτότητα και την εξουσία, εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα της δικής μας ανάγνωσης, φωτίζοντας την αδελφοκτονία μέσα από ένα εντελώς νέο διαφορετικό πρίσμα. Επομένως, δεν μεταφέρει κάποιο μήνυμα, αλλά θέτει ως βάση της ένα διαφορετικό δεδομένο, καλώντας τον θεατή να διερωτηθεί γιατί.
Θέλετε ο θεατής να φύγει από το θέατρο συγκινημένος ή ανήσυχος; Ποιο είναι το ερώτημα που θα θέλατε να τον ακολουθεί μετά το τέλος της παράστασης;
Δεν θα ήθελα να προτείνω ένα ερώτημα, αλλά να προκαλέσω στον ίδιο τον θεατή τις δικές του ερωτήσεις σε σχέση με αυτό που εισέπραξε. Αυτό που βίωσε ως θεατής να τον μετακινήσει από την θέση του ώστε να επανεξετάσει τα όσα σκέφτεται. Να συγκινηθεί, να αφήσει τη σκέψη του να παρασυρθεί ή να ταυτιστεί με κάτι από όσα θα δει ή θα ακούσει. Ακόμα και αν αυτό τον ενοχλήσει, να σκεφτεί πραγματικά γιατί τον έχει ενοχλήσει κι αν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Να μπορέσει να ανακαλύψει ή να αναγνωρίσει, μέσα από όλα αυτά που βλέπει, ακούει και αντιλαμβάνεται, κάτι από τον εαυτό του.
Πιστεύετε ότι το κοινό σήμερα είναι πρόθυμο να αναμετρηθεί με ένα έργο που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή έχει πλέον ανάγκη από ένα θέατρο που λειτουργεί κυρίως ως ψυχαγωγία;
Το κοινό είχε και έχει πάντα την ανάγκη να ψυχαγωγείται. Η ψυχαγωγία εμπεριέχει και διασκέδαση, ώστε να ευφρανθεί η ψυχή, και πνευματική τροφή, ώστε να αισθανθεί πληρέστερη και ισορροπημένη. Πνευματική τροφή είναι εκείνο που σε πάει παραπέρα, διευρύνοντάς σου τους ορίζοντες και ανοίγοντάς σου νέους δρόμους σκέψης ή θεώρησης της ζωής. Διασκέδαση σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, που όμως προσφέρει χαρά, ευεξία, χαλάρωση και ευθυμία. Δεν έχει λοιπόν να κάνει με την προθυμία, αλλά με την ανάγκη του καθενός εκείνη τη στιγμή της ζωής του αν θα επιλέξει να τραφεί πνευματικά ή να ξεδώσει. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι η μόνη ανάγκη του ανθρώπου είναι να ξεδίνει, όσο αφόρητη κι αν είναι η καθημερινότητά του.

Οι αρχαίες τραγωδίες ήταν βαθιά πολιτικές, γιατί αφορούσαν τη σχέση του πολίτη με την πόλη. Διατηρεί το θέατρο αυτή την πολιτική αποστολή ή έχει απομακρυνθεί από αυτήν;
Υπάρχουν διαφορετικά είδη θεάτρου και όλα υπηρετούν κάποιο σκοπό, το καθένα έχει τη σημασία και τη λειτουργία του. Εφόσον το θέατρο αποτελεί κατασκεύασμα και ανάγκη του ανθρώπου, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, ανεξαρτήτως είδους, έχουν ως επίκεντρο και αναφορά τον ίδιο, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Όμως ο άνθρωπος δεν ζει μόνος του, αλλά μέσα σε ένα σύνολο, εν προκειμένω, σε μια πόλη. Κι ό,τι έχει να κάνει με αυτήν είναι πολιτικό. Γιατί αφορά το σύνολο και τις αποφάσεις που το ίδιο διαμορφώνει, προκειμένου να υπάρχει δίκαιη και ίση αντιμετώπιση όλων των μονάδων που το αποτελούν. Απάντησα;
Υπάρχει κάποια σκηνή των Επτά επί Θήβας που, κατά τη διάρκεια των προβών, σας έκανε να σκεφτείτε , Αυτό μιλάει ακριβώς για το σήμερα; Ποια είναι και γιατί;
Πολλές. Μια απ’ όλες είναι κι η αφήγηση του χορού στο πρώτο στάσιμο όταν φαντάζεται με τρόμο πώς θα είναι η ζωή του, αν η πόλη αλωθεί. Ο τρόπος που περιγράφει την αρπαγή των ανήλικων κοριτσιών, την αιχμαλωσία των γυναικών, πώς σέρνονται μισόγυμνες ενώ τις τραβούν από τα μαλλιά σαν ζώα, την βεβηλωμένη άδεια πόλη με τους ώριμους καρπούς των δέντρων ριγμένους καταγής στους δρόμους και τα άδεια σπίτια με τα παρατημένα νοικοκυριά και τις ανοιχτές πόρτες, που μέχρι πρότινος τα κατοικούσαν άνθρωποι κι έσφυζαν από ζωή, τη θλίψη στα μάτια των γυναικών, τα παιδιά που θηλάζουν ακόμα στα στήθη των σκοτωμένων μανάδων τους, τους κομματιασμένους άντρες, όλα αυτά μου φέρνουν στο νου τις φωτογραφίες από το ’74 με τον νεαρό άντρα που κρέμεται νεκρός από το μπαλκόνι του κατεστραμμένου ξενοδοχείου, το γυμνό ανήλικο κορίτσι που τρέχει στους δρόμους αμέσως μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια, την ιστορία της γυναίκας στην εισβολή που βρέθηκε νεκρή με το παιδί της ακόμα να θηλάζει στο στήθος, τους βιασμούς των γυναικών, εδώ και αλλού, τις περιγραφές των Αρμενίων από τη γενοκτονία, τις περιγραφές των Παλαιστινίων στη Γάζα, τα τοπία των άδειων βομβαρδισμένων πόλεων που βλέπουμε καθημερινά στις οθόνες μας με τα παιχνίδια των παιδιών και τα λουλούδια στις γλάστρες στραπατσαρισμένα κάτω από τα συντρίμμια, τα άδεια παπούτσια στους κατεστραμμένους δρόμους που κάποτε τα φορούσαν άνθρωποι. Κάθε στίχος κουβαλά έναν χείμαρρο από το σήμερα, που κανέναν, πιστεύω, δεν μπορεί να αφήνει απαθή.
Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η ταχύτητα και η εικόνα, μπορεί ακόμη μια αρχαία τραγωδία να ταράξει τις βεβαιότητες του κοινού;
Φυσικά. Τα διαχρονικά κείμενα, ηχούν το ίδιο έντονα στις συνειδήσεις των ανθρώπων κάθε εποχής. Φτάνει ο δέκτης να είναι ανοιχτός και πρόθυμος να ακούσει και να αναλογιστεί. Κι αν το θεωρεί αναγκαίο, να επαναδιατυπώσει εκ νέου τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις του. Βέβαιος δεν μπορεί κανείς να είναι για τίποτα, ούτε για τον ίδιο τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν η καθημερινότητα αλλάζει δραματικά όλο και περισσότερο τον τρόπο που ζούμε, που σκεφτόμαστε, που δρούμε.
ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ: Μία επιπλέον παράσταση στο Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’
(Σχολή Τυφλών) έχει προγραμματιστεί για τις 2 Σεπτεμβρίου, στις 9 το βράδυ, για όσους δεν κατάφεραν να δουν το καλοκαίρι την παραγωγή της Θεατρικής Ομάδας Persona στο 29o Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, για το οποίο και δημιουργήθηκε. Με ελληνικούς και Αγγλικούς Υπέρτιτλους.

































