Υπάρχει κανένας άραγε από εμάς που να μην έχει επισκεφθεί το παλιό Σανατόριο της Πάρνηθας; Κι αν δεν το έχει κάνει, σίγουρα έχει ακούσει κάποια ιστορία που το συνοδεύει ή κόσμο που το επισκέφθηκε να μιλάει για το εγκαταλελειμμένο κτίριο. Για σκιές που εμφανίζονται και εξαφανίζονται κυρίως όταν πέφτει το σκοτάδι. Κραυγές πόνου απ’ τους διαδρόμους ή τα πρώην δωμάτια ασθενών. Σύμβολα στους τοίχους από πιθανές τελετές σατανιστών ή και μαύρης μαγείας “αγριεύουν” κι άλλο την ατμόσφαιρα. Δίνεται πάντως η αίσθηση πως κάτι δεν αφήνει το κτίριο να “ησυχάσει” μέσα στα χρόνια. Είναι άραγε ο κόσμος που το επισκέπτεται, σκάβοντας στα συντρίμμια του να βρει μια σκιά; Πρόκειται απλά για έναν αστικό μύθο;
Παίρνοντας το δρόμο για το καταφύγιο Μπάφι, και σχεδόν στα 2 χιλιόμετρα πριν από το καζίνο Mont Parnes, στη στροφή πάνω, συναντά κανείς ένα ομολογουμένως, ακόμη και σήμερα, επιβλητικό κτίριο, 4 ορόφων. Έχει μείνει πια μόνο ο γκρι σκελετός του που στέκεται “αγέρωχος” να κοιτάει τους περαστικούς. Κάτι πάντα σε μαγνητίζει κοιτώντας το. Κάτι θορυβώδες μοιάζει να το ακολουθεί μέσα στα χρόνια. Για όσους λοιπόν τυχαίνει να μην γνωρίζουν το οτιδήποτε για την ιστορία του, να πούμε λίγα λόγια.
Το κτίριο λειτούργησε πρώτη φορά ως Σανατόριο το 1914 κατόπιν δωρεάς της εδαφικής έκτασης που στεγάζεται το κτίριο, από τη Μονή Πετράκη προς το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Ο σκοπός της οικοδόμησης όπως μπορεί να αντιληφθεί λοιπόν κάποιος έγινε με απώτερο σκοπό την φροντίδα ασθενών που έπασχαν από φυματίωση. Εκείνη την εποχή οι ασθενείς που έχασαν τη μάχη με τον θάνατο, μόνο στην Ελλάδα ήταν πάνω από 100.000. Το εξαιρετικό κλίμα και ο καθαρός αέρας του βουνού ήταν ιδανικά για την θεραπεία της ασθένειας. Η λειτουργία του διήρκησε έως 1943 όπου και ανακαλύφθηκε η πενικιλίνη.
Μετέπειτα το κτίριο παρέμεινε κλειστό έως το 1960. Το 1965, αναλαμβάνει τη διαχείρισή του ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) και ο χώρος μετατρέπεται σε ξενοδοχείο με το όνομα “Ξενία”. Ωστόσο, ο τρόπος κατασκευής του και το γεγονός πως υπήρχε κοντά το φημισμένο ξενοδοχείο, “Mont Parnes”, λίγα χρόνια αργότερα, επέφεραν το κλείσιμό του. Ταυτόχρονα χρησιμοποιείται και ως σχολή τουριστικών επαγγελμάτων. Το 1984 το κτίριο εγκαταλείφτηκε και παρέμεινε ανεκμετάλλευτο. Μετά τον σεισμό του 1999 θεωρήθηκε ακατάλληλο προς επίσκεψη.
Όλα τα παραπάνω θα έλεγε κανείς πως συνθέτουν ένα σκηνικό που έχει “μυρωδιά” θανάτου και εγκατάλειψης. Άνθρωποι πονεμένοι απ’ όλη την Ελλάδα έφταναν και κατασκήνωναν κυριολεκτικά ακόμη και έξω από το πρώην Σανατόριο, αναζητώντας κλίνη και φροντίδα μέσα στην απελπισία της φυματίωσης. Και πολλοί φαίνεται πως δεν είχαν το αντίτιμο που ζητούνταν για να νοσηλευτούν. Αλλά να αναφέρουμε ότι και πολλοί που νοσηλεύτηκαν δεν τα κατάφεραν, απουσία των κατάλληλων ακόμη φαρμάκων. Σίγουρα ασθενείς θα εγκαταλείφθηκαν από οικείους τους λόγω της ασθένειας ή και της απόστασης εάν μιλάμε για επαρχιώτες στην καταγωγή. Πολλής πόνος σίγουρα εγκλωβίστηκε περί των τειχών του κτιρίου. Μιλάμε για νοσοκομειακή δομή, όπου άνθρωποι πόνεσαν, υπέφεραν, σίγουρα ένιωσαν μοναξιά στο μακρύ αυτό ταξίδι του επερχόμενου θανάτου τους. Βρήκε διέξοδο αυτός ο πόνος; Να βρήκαν άραγε διέξοδο αυτές οι ψυχές στο “Φως”;
Ας μην ξεχνάμε ακόμα πως το κτίριο εγκαταλείφθηκε και παρέμεινε κλειστό. Για τους λάτρεις επίσης του μεταφυσικού λέγεται πως χώροι εγκαταλελειμμένοι και με τέτοιο πονεμένο υπόβαθρο “τραβάνε” τον κόσμο των νεκρών, ψυχές που εγκλωβίστηκαν, ψυχές που ζουν και ξαναζούν το μαρτύριο του πόνου που βίωσαν ζωντανές. Νέες ψυχές σίγουρα έχουν κληθεί μέσα από τελετές μαγείας και “σκότους” και ίσως παρέμειναν εκεί μην μπορώντας να φύγουν. Εδώ θα μπορούσε να πει κάποιος σκεπτικιστής που δεν πιστεύει στα μεταφυσικά και σε τέτοιες “αστειότητες” ότι μόνος του ο κόσμος φτιάχνει παραμυθάκια, καθώς αρέσκεται στους μύθους και σε ιστορίες πόνου. Δεν είναι ψέμα και αυτό , καθώς από την αρχαιότητα κιόλας ο άνθρωπος, ό,τι βίωνε από τη φύση και δεν μπορούσε να εξηγήσει με τον “λόγο”, το μετέτρεπε σε μυθικό τέρας ή τιμωρία μιας θεότητας. Από την άλλη, συνεχεία μαρτυρίες από λάτρεις και μη του υπερφυσικού, έχουν αναφέρει παράξενες εμφανίσεις, σκιές και ήχους.
Το κλειδί σε όλα αυτά είναι, τελικά, τι επιλέγει να πιστέψει ο καθένας μας. Εκεί καθορίζεται και τι θέλει να δει μα και τι προτιμά να αγνοήσει. Μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένος να φτάσει για να πιστέψει.
Εσύ, θα τολμούσες να δεις τι κρύβεται πραγματικά;
Να περιπλανηθείς στους χώρους του κτιρίου;
Να διανυκτερεύσεις ή να φτάσεις νύχτα, όταν οι αισθήσεις σιωπούν και η φαντασία οργιάζει;








































