
Η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βρετανία, με μέλη της Βουλής των Λόρδων να αμφισβητούν ανοιχτά τη λογική ενός πιθανού δανεισμού προς την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στις 3 Νοεμβρίου, ακούστηκαν παρεμβάσεις που συνέκριναν την υπόθεση με την αφαίρεση εθνικών θησαυρών της ίδιας της Βρετανίας, ενώ διατυπώθηκαν εκκλήσεις για αλλαγή της νομοθεσίας που εμποδίζει την οριστική επιστροφή των γλυπτών.
Η αιχμηρή παρέμβαση για τα πετράδια του Στέμματος
Ιδιαίτερη απήχηση είχε η τοποθέτηση της βαρόνης Σάμι Τσακραμπάρτι, η οποία αμφισβήτησε το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ικανοποιητική λύση ένας απλός δανεισμός. Όπως επισήμανε, εάν κάποιος είχε αφαιρέσει τα πετράδια του βρετανικού Στέμματος, η χώρα δεν θα αντιμετώπιζε με την ίδια προθυμία μια συμφωνία προσωρινής παραχώρησής τους.
Με την παρέμβασή της έθεσε εκ νέου το ερώτημα κατά πόσο πρέπει να τροποποιηθεί ο νόμος που περιορίζει τις δυνατότητες του Βρετανικού Μουσείου, ώστε να μπορεί να εξεταστεί ουσιαστικά η μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα.
Το επιχείρημα της επανένωσης ενός μοναδικού έργου τέχνης
Υπέρ της επιστροφής τοποθετήθηκε και ο κόμης Κλάνκαρτι, ο οποίος υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο νομικές ή εθνικές διεκδικήσεις, αλλά και την καλλιτεχνική ενότητα του μνημείου.
Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα τη «Γκερνίκα» του Πάμπλο Πικάσο, επισημαίνοντας ότι εάν το έργο είχε διασπαστεί και τα τμήματά του βρίσκονταν σε διαφορετικά μουσεία, θα υπήρχαν έντονες αντιδράσεις για την επανένωσή του. Κατά την άποψή του, ανάλογη αντιμετώπιση θα έπρεπε να επιφυλάσσεται και στο έργο του Φειδία.
Στο ίδιο πνεύμα, η βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ υπογράμμισε ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Αναφέρθηκε, επίσης, στο Μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο έχει δημιουργηθεί κοντά στον Παρθενώνα και διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές για την παρουσίαση των γλυπτών σε ενιαίο σύνολο.
Η βρετανική κυβέρνηση δεν προχωρά σε αλλαγή του νόμου
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η υφυπουργός Πολιτισμού βαρόνη Τουάικρος επανέλαβε ότι δεν υπάρχουν σχέδια για τροποποίηση της νομοθεσίας που θα επέτρεπε την οριστική μεταφορά των Γλυπτών στην Ελλάδα.
Εξήγησε ότι ο νόμος του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο απαγορεύει την οριστική απομάκρυνση αντικειμένων από τις συλλογές του, προβλέποντας μόνο περιορισμένες εξαιρέσεις. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το μουσείο λειτουργεί ανεξάρτητα από την κυβέρνηση και έχει την ευθύνη των αποφάσεων για τις συλλογές του.
Η ίδια δήλωσε ότι η βρετανική πλευρά καλωσορίζει τις συνομιλίες ανάμεσα στο μουσείο και την ελληνική κυβέρνηση για μια πιθανή συμφωνία συνεργασίας. Ως παράδειγμα αναφέρθηκε στον δανεισμό της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία στη Βρετανία, ένα μοντέλο που έχει συζητηθεί ως πιθανή βάση για ανάλογη πολιτιστική συμφωνία.
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι το Βρετανικό Μουσείο δεν σχεδιάζει επί του παρόντος να επιστρέψει οριστικά τα Γλυπτά.
Οι αντιδράσεις και το επιχείρημα του προηγούμενου
Η συζήτηση ανέδειξε και τις αντιδράσεις όσων διαφωνούν με την επιστροφή. Ο υποκόμης Χέιλσαμ υποστήριξε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για την επιστροφή και άλλων αντικειμένων που βρίσκονται σε βρετανικές συλλογές.
Αντίθετη άποψη εξέφρασε η βαρόνη Τζόουνς του Μούλσεκομπ, η οποία αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες τα Γλυπτά απομακρύνθηκαν από την Αθήνα κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Επισήμανε ότι υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της ελληνικής θέσης, ενώ αναφέρθηκε και στα κενά που παραμένουν στον ίδιο τον Παρθενώνα.
Το αίτημα της Ελλάδας παραμένει ανοιχτό
Η συζήτηση στη Βουλή των Λόρδων δεν οδήγησε σε κάποια άμεση αλλαγή πολιτικής. Αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να προωθήσει νομοθετική πρωτοβουλία για τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών, ενώ εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας δανεισμού.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, το ζητούμενο παραμένει η επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα και όχι μια προσωρινή παραχώρηση με αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου. Η τελευταία συζήτηση δείχνει ότι το θέμα εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς να έχει διαμορφωθεί ακόμη πολιτική απόφαση που να ανοίγει τον δρόμο για την οριστική επιστροφή τους.




































