Σχολική βία: Όταν το σχολείο παύει να είναι ασφαλές- της Μαρίας Ιωάννου

Σχολική βία: Όταν το σχολείο παύει να είναι ασφαλές- της Μαρίας Ιωάννου

Σχολικός εκφοβισμός - Γονείς: Πώς να βοηθήσετε το παιδί που βιώνει bullying  - 7 συμβουλές από μια ειδικό

Από την Κύπρο μέχρι την Ελλάδα, η βία μεταξύ ανηλίκων δεν αποτελεί πια μεμονωμένη είδηση. Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά, τα περιστατικά επαναλαμβάνονται και οι εξαγγελίες δεν αρκούν. Η υπόθεση ξυλοδαρμού 11χρονης από συμμαθητές της σε σχολείο στη Λευκωσία επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποιος προστατεύει πραγματικά τα παιδιά μέσα στο σχολείο;

Ένα παιδί πηγαίνει στο σχολείο για να μάθει, να κοινωνικοποιηθεί, να αναπτύξει δεξιότητες και να αισθανθεί ότι ανήκει σε μια κοινότητα. Δεν πηγαίνει για να φοβάται ποιος θα το περιμένει στο διάλειμμα, ποιος θα το απειλήσει, ποιος θα το εξευτελίσει ή αν θα επιστρέψει στο σπίτι με τραύματα. Κι όμως, για ολοένα και περισσότερα παιδιά, ο σχολικός χώρος δεν συνδέεται απαραίτητα με την ασφάλεια. Συνδέεται με την αγωνία.

Η σχολική βία στην Κύπρο και στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια σειρά από ατυχείς εξαιρέσεις ή ως συνηθισμένες συγκρούσεις μεταξύ παιδιών. Οι ξυλοδαρμοί, οι απειλές, οι εκφοβισμοί, η συστηματική ταπείνωση και η βία που συνεχίζεται μέσω των κοινωνικών δικτύων συνθέτουν ένα σύνθετο κοινωνικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα. Και όσο η αντιμετώπισή του περιορίζεται σε ανακοινώσεις μετά από κάθε σοβαρό περιστατικό, τόσο το πρόβλημα παραμένει.

Το πρόσφατο περιστατικό σε δημοτικό σχολείο της Λευκωσίας είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας του ζητήματος. Σύμφωνα με την καταγγελία των γονέων, τέσσερις μαθητές επιτέθηκαν στην 11χρονη κόρη τους εντός του σχολικού χώρου. Η μαθήτρια μεταφέρθηκε με τραύματα στο νοσοκομείο για εξετάσεις, ενώ δημοσιεύματα αναφέρουν ότι είχε δεχθεί επίθεση και περίπου δύο εβδομάδες νωρίτερα.

Η υπόθεση προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία λόγω των ισχυρισμών της οικογένειας ότι είχαν προηγηθεί περιστατικά και είχε ενημερωθεί το σχολείου. Το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε έκθεση γεγονότων, προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η επίθεση. Από την πλευρά του, το Υπουργείο έχει αναφέρει ότι υπήρχαν εκπαιδευτικοί στον χώρο και ότι, σύμφωνα με την αρχική ενημέρωση που

έλαβε, παρενέβησαν. Τα γεγονότα βρίσκονται υπό διερεύνηση και είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν όλες οι πλευρές της υπόθεσης.

Ωστόσο, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να περιμένει την ολοκλήρωση οποιασδήποτε διοικητικής διαδικασίας. Εάν είχαν προηγηθεί προειδοποιήσεις, τι μέτρα είχαν ληφθεί για την προστασία του παιδιού; Και εάν τα μέτρα δεν απέτρεψαν την επανάληψη της βίας, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;

Η σύνταξη μιας έκθεσης γεγονότων είναι απαραίτητη. Δεν είναι, όμως, η ίδια η προστασία. Ένα παιδί που έχει δεχθεί επίθεση χρειάζεται άμεση ασφάλεια, ουσιαστική ψυχοκοινωνική στήριξη και σαφές σχέδιο αποτροπής νέου περιστατικού. Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να ολοκληρωθεί η αλληλογραφία μεταξύ υπηρεσιών.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Σύμφωνα με την πρώτη έκθεση της Ομάδας Ασφαλούς Σχολείου για τη σχολική χρονιά 2024-2025, καταγράφηκαν 510 περιστατικά βίας από 98 σχολεία σε ολόκληρη την Κύπρο. Από αυτά, 108 καταγράφηκαν στη Δημοτική Εκπαίδευση, 328 στη Μέση Γενική Εκπαίδευση και 72 στη Μέση Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Χρειάζεται, ωστόσο, να επισημανθεί ότι τα 98 σχολεία αντιστοιχούσαν μόλις στο 13,19% του συνόλου των σχολικών μονάδων. Επομένως, τα 510 περιστατικά δεν αποτελούν πλήρη αποτύπωση της έκτασης του φαινομένου σε όλα τα σχολεία της χώρας. Αντίθετα, αναδεικνύουν και ένα δεύτερο ζήτημα: Την ανάγκη για συστηματική, καθολική καταγραφή, ώστε η πολιτεία να γνωρίζει τι συμβαίνει και πού χρειάζεται να παρέμβει.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα της έρευνας HBSC για την Κύπρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Εθνική Στρατηγική για την πρόληψη και διαχείριση της βίας στο σχολείο, το 7,8% των μαθητών δήλωσε ότι έχει υποστεί εκφοβισμό στο σχολείο τουλάχιστον δύο με τρεις φορές τον μήνα, ενώ το 4,3% παραδέχθηκε ότι έχει εκφοβίσει άλλα παιδιά.

Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται ένα παιδί. Ένα παιδί που μπορεί να αποφεύγει συγκεκριμένους χώρους, να απομονώνεται, να παρουσιάζει πτώση στη σχολική του επίδοση, να εμφανίζει άγχος ή να αρνείται να πάει στο σχολείο. Η επαναλαμβανόμενη βία δεν αφήνει μόνο σωματικά σημάδια. Διαβρώνει την αυτοεκτίμηση, την εμπιστοσύνη και την αίσθηση

ασφάλειας. Από τη άλλη, τα παιδιά που ασκούν βία χρειάζονται έγκαιρη αξιολόγηση και ουσιαστική παρέμβαση. Η τιμωρία από μόνη της δεν αντιμετωπίζει τα αίτια ούτε εξασφαλίζει ότι η συμπεριφορά δεν θα επαναληφθεί.

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα, η ψηφιακή πλατφόρμα Stop Bullying κατέγραψε 1.432 αναφορές για περιστατικά ενδοσχολικής βίας από τον Απρίλιο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2025. Οι αναφορές αφορούσαν κυρίως παιδιά ηλικίας 9 έως 15 ετών.

Παράλληλα, η Εθνική Στρατηγική της Ελλάδας για την πρόληψη της βίας και την αντιμετώπιση της παραβατικότητας ανηλίκων 2025-2030 αναγνωρίζει την αυξητική τάση της νεανικής παραβατικότητας, την αύξηση σοβαρών περιστατικών σωματικής βίας, την επαναληπτικότητα ορισμένων συμπεριφορών και τη συμμετοχή ομάδων ανηλίκων σε περιστατικά βίας.

Οι αριθμοί των δύο χωρών δεν είναι άμεσα συγκρίσιμοι, καθώς προέρχονται από διαφορετικά συστήματα καταγραφής και διαφορετικές μεθοδολογίες. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι η σχολική βία αποτελεί ένα ευρύτερο ζήτημα που απαιτεί σταθερή πολιτική και θεσμική αντιμετώπιση, όχι αποσπασματικές αντιδράσεις.

Κανένα παιδί δεν γεννιέται με την ανάγκη να επιβάλλεται μέσω του φόβου. Η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται με δυσκολίες στη διαχείριση θυμού, αδυναμία ενσυναίσθησης, έκθεση σε βίαια πρότυπα, ανάγκη αποδοχής από την ομάδα, κοινωνικό αποκλεισμό ή δυσκολίες στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Τα αίτια είναι συχνά πολλαπλά και δεν μπορούν να αποδοθούν σε έναν μόνο παράγοντα.

Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζει και η κουλτούρα της ψηφιακής έκθεσης. Ένας ξυλοδαρμός μπορεί να καταγραφεί με κινητό, να αναρτηθεί, να αναπαραχθεί και να μετατραπεί σε θέαμα. Η ταπείνωση του θύματος δεν τελειώνει όταν σταματήσει η επίθεση. Μπορεί να συνεχίζεται για ημέρες ή εβδομάδες μέσα από σχόλια, κοινοποιήσεις και διαδικτυακό εξευτελισμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να στιγματίζονται τα παιδιά που ασκούν βία. Σημαίνει ότι η συμπεριφορά τους πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα, με σαφή όρια, αξιολόγηση και κατάλληλη υποστήριξη. Ταυτόχρονα, το θύμα πρέπει να προστατεύεται χωρίς να καλείται να προσαρμοστεί στη βία ή να αποδείξει ξανά και ξανά ότι υποφέρει.

Η οικογένεια έχει καθοριστικό ρόλο στην αναγνώριση και στη διαχείριση επιθετικών συμπεριφορών. Το σχολείο, όμως, έχει ευθύνη να διασφαλίζει ένα περιβάλλον στο οποίο η βία εντοπίζεται, αναφέρεται και αντιμετωπίζεται. Χρειάζεται εκπαιδευμένους επαγγελματίες, επαρκή ψυχοκοινωνική υποστήριξη, σαφή πρωτόκολλα, συστηματική παρακολούθηση και συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Η πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, να ελέγχει την εφαρμογή των μέτρων και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητά τους. Δεν αρκεί να υπάρχουν νόμοι και στρατηγικές. Πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια, να υπάρχει συνέχεια στις παρεμβάσεις και να αποδίδονται ευθύνες όταν διαπιστώνονται παραλείψεις.

Η πρόληψη δεν μπορεί να ξεκινά μετά τον ξυλοδαρμό. Ούτε η προστασία ενός παιδιού μπορεί να εξαρτάται από το αν το περιστατικό θα γίνει γνωστό στα μέσα ενημέρωσης ή θα προκαλέσει δημόσια κατακραυγή.

Όταν ένα παιδί φοβάται να πάει σχολείο και οι αρμόδιοι περιορίζονται να καταγράφουν περιστατικά, να εκδίδουν ανακοινώσεις και να εξαγγέλλουν νέα μέτρα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η σχολική βία. Είναι η θεσμική αδυναμία να προστατευθεί αποτελεσματικά η παιδική ηλικία. Οι νόμοι, τα πρωτόκολλα και οι στρατηγικές δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη πολιτικής βούλησης. Η αξία τους κρίνεται στην πράξη, στην πρόληψη, στην άμεση παρέμβαση και στην προστασία του παιδιού.

Και όταν η βία επαναλαμβάνεται, το κράτος δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την πολυπλοκότητα του φαινομένου ή να εξαντλεί την ευθύνη του σε μια έκθεση γεγονότων. Οφείλει να απαντήσει τι δεν λειτούργησε, ποιος είχε την ευθύνη και ποιος θα λογοδοτήσει. Γιατί η ασφάλεια ενός παιδιού στο σχολείο δεν είναι χάρη που του προσφέρει η πολιτεία. Είναι δικαίωμά του. Και η αδυναμία διασφάλισής του είναι θεσμική αποτυχία για την οποία απαιτούνται απαντήσεις, όχι άλλες εξαγγελίες.