
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας κλείνει. Τα φώτα χαμηλώνουν. Τα σεντόνια μυρίζουν μαλακτικό και υπόσχεση ιδιωτικότητας. Εσύ και ο σύντροφός σου. Μόνοι; Μάλλον πρόκειται για τη μεγαλύτερη πλάνη της νεοελληνικής ερωτικής ζωής. Αν νομίζετε πως εκείνη τη στιγμή είστε δύο, κάνετε λάθος. Στην πραγματικότητα, το κρεβάτι είναι συνωστισμένο. Στα δεξιά ξαπλώνει η πεθερά με το αιώνιο άγχος της «φροντίδας», στα αριστερά ο πεθερός με τη σιωπηλή κριτική του, και στα πόδια του κρεβατιού κάθονται ολόκληρες γενιές προγόνων, κρατώντας τεφτέρια με απωθημένα, εντολές και απαγορεύσεις.
Στην Ελλάδα, η φράση «παντρεύεσαι το σόι» δεν είναι απλώς μια λαϊκή ρήση για τα κυριακάτικα τραπέζια και τις υποχρεωτικές επισκέψεις το Πάσχα. Είναι μια βαθιά, σχεδόν τρομακτική ψυχολογική πραγματικότητα. Στη χώρα όπου η ενηλικίωση θεωρείται συχνά προδοσία απέναντι στη «μήτρα», ο έρωτας δεν είναι μια πράξη αυτοδιάθεσης, αλλά μια ασυνείδητη τελετή επανάληψης οικογενειακών μοτίβων.
Ο «Αφαλός» που Έγινε…Θηλιά
Το πρόβλημα ξεκινά από την ιερή αγελάδα της ελληνικής κοινωνίας: την Οικογένεια. Σε αντίθεση με τη δυτική κουλτούρα της εξατομίκευσης, στην Ελλάδα το «εγώ» είναι πάντα ετεροπροσδιοριζόμενο από το «εμείς» της πατρικής εστίας. Ο συναισθηματικός λώρος δεν κόβεται κατά τη γέννηση, ούτε στην ενηλικίωση, ούτε καν στον γάμο. Μετατρέπεται απλώς σε μια αόρατη θηλιά που σφίγγει κάθε φορά που το «παιδί» προσπαθεί να αναπνεύσει αυτόνομα.
Όταν λοιπόν δύο Έλληνες ερωτεύονται, δεν συναντιούνται δύο αυτόνομες προσωπικότητες. Συναντιούνται δύο οικογενειακά συστήματα, δύο «φυλές» που αναζητούν συμμάχους ή εξιλαστήρια θύματα. Η επιλογή συντρόφου, όσο κι αν θέλουμε να την βαφτίζουμε «κεραυνοβόλο έρωτα» ή «χημεία», είναι συχνά μια καλοστημένη παγίδα του υποσυνειδήτου. Επιλέγουμε αυτόν που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε το δράμα που μάθαμε στο πατρικό μας σπίτι.
Η Προίκα των Τραυμάτων
Εδώ βρίσκεται η ανατρεπτική (και πλέον σκοτεινή) γωνία της ιστορίας. Δεν κληρονομούμε μόνο τα μάτια του παππού ή το χαμόγελο της γιαγιάς. Κληρονομούμε τις ήττες τους. Τα ανεκπλήρωτα όνειρα της μητέρας που θυσιάστηκε για το σπίτι, μετατρέπονται σε μια σιωπηλή επιταγή προς την κόρη: «Εσύ θα ζήσεις αυτά που δεν έζησα εγώ» ή, ακόμα χειρότερα, «Δεν δικαιούσαι να είσαι πιο ευτυχισμένη από εμένα».
Αυτή η ψυχική προίκα είναι βαριά. Ο γιος που μεγάλωσε με μια ευνουχιστική μητέρα, η οποία τον λάτρευε πνίγοντάς τον, θα αναζητήσει στο κρεβάτι του είτε μια γυναίκα-υπηρέτρια για να τον φροντίζει (συνεχίζοντας τον ρόλο του κακομαθημένου πρίγκιπα), είτε μια γυναίκα-τύραννο για να επαναλάβει τη σχέση εξάρτησης. Δεν ερωτεύεται τη γυναίκα απέναντί του. Ερωτεύεται την οικειότητα του τραύματός του.
Η σύγχρονη ελληνική σχέση είναι γεμάτη από φαντάσματα. Οι σύντροφοι καλούνται να παίξουν ρόλους σε ένα σενάριο που γράφτηκε δεκαετίες πριν γεννηθούν. Πόσες φορές ένας καυγάς για τα άπλυτα πιάτα δεν είναι στην πραγματικότητα μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στον πατέρα που δεν βοήθησε ποτέ τη μάνα; Πόσες φορές η σεξουαλική ψυχρότητα δεν είναι τίποτα άλλο από την αντανάκλαση της πουριτανικής ενοχής που μεταδόθηκε με το μητρικό γάλα;
Το Κρεβάτι ως Πεδίο Μάχης Προγόνων
Το αποτέλεσμα είναι τραγελαφικό και συνάμα λυπηρό. Το ζευγάρι παλεύει να βρει τις ισορροπίες του, αλλά οι παρεμβολές είναι διαρκείς. Και δεν μιλάμε μόνο για τη φυσική παρέμβαση (το τάπερ με το φαγητό, το κλειδί που έχουν οι γονείς «για ώρα ανάγκης», τα τηλέφωνα πέντε φορές τη μέρα). Μιλάμε για την εσωτερικευμένη φωνή.
Ο άνδρας που νιώθει ενοχή όταν αφιερώνει χρόνο στη γυναίκα του αντί για τη μητέρα του, δεν είναι απλώς «μαμάκιας». Είναι δέσμιος μιας άρρητης συμφωνίας που λέει ότι «καμία γυναίκα δεν θα σε αγαπήσει όπως εγώ». Η γυναίκα που πιέζει τον άνδρα της να βγάλει χρήματα ή κοινωνικό στάτους, ίσως προσπαθεί να «διορθώσει» την αποτυχία του δικού της πατέρα να παρέχει ασφάλεια.
Μέσα στο κρεβάτι, λοιπόν, γίνεται ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων. Οι σύντροφοι χτυπούν ο ένας τον άλλον, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούν να χτυπήσουν (ή να σώσουν) τους γονείς τους. Οι προσδοκίες είναι εξωπραγματικές γιατί δεν αφορούν το παρόν. Αφορούν την επούλωση του παρελθόντος. Ζητάμε από τον σύντροφό μας να γίνει ο τέλειος γονιός που δεν είχαμε ποτέ, και όταν εκείνος αποτυγχάνει (γιατί είναι απλώς ένας άνθρωπος και όχι θεραπευτής), η απογοήτευση είναι συντριπτική.
Η «Προδοσία» ως Λύτρωση
Η ελληνική οικογένεια έχει δομηθεί πάνω στο δόγμα της συγχώνευσης. Η διαφοροποίηση τιμωρείται. Το να πεις «όχι» στις επιθυμίες του σόι, το να χαράξεις όρια, το να κλείσεις την πόρτα της κρεβατοκάμαρας αφήνοντας τα φαντάσματα απ’ έξω, ισοδυναμεί με πράξη εσχάτης προδοσίας.
Όμως, αυτή η «προδοσία» είναι η μόνη οδός προς την υγιή συντροφικότητα. Η πραγματική επανάσταση για το σύγχρονο ελληνικό ζευγάρι δεν είναι ούτε ο πολυαμορικός πειραματισμός, ούτε η ανοιχτή σχέση, ούτε οι εφαρμογές γνωριμιών. Η πραγματική, ριζοσπαστική και πρωτοποριακή πράξη είναι η «γονεοκτονία», σε συμβολικό επίπεδο, βέβαια.
Για να υπάρξει χώρος στο κρεβάτι για δύο, πρέπει να εκδιωχθούν οι άλλοι. Πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τον σύντροφό μας μέσα από το παραμορφωτικό φίλτρο των γονεϊκών μας προτύπων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ποια «θέλω» είναι δικά μας και ποια μας φορέθηκαν σαν ρούχα που μας στενεύουν.
Όσο αρνούμαστε να κόψουμε τον συναισθηματικό αφαλό, θα συνεχίσουμε να δημιουργούμε σχέσεις-κλώνους των γονιών μας, διαιωνίζοντας τη δυστυχία και την νεύρωση από γενιά σε γενιά. Το «φάντασμα» της ελληνικής οικογένειας θα συνεχίσει να στοιχειώνει τα σεντόνια μας, μετατρέποντας τον έρωτα σε οικογενειακή επιχείρηση διαχείρισης τραυμάτων.
Και ίσως τελικά, το πιο ερωτικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας Έλληνας ή μια Ελληνίδα σήμερα, είναι να κοιτάξει τον σύντροφό του στα μάτια και να δει μόνο αυτόν. Χωρίς τη σκιά της μάνας του από πίσω, χωρίς την ηχώ του πατέρα του ανάμεσά τους. Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται θάρρος. Το θάρρος να μείνεις ορφανός από προσδοκίες, για να μπορέσεις να γίνεις εραστής της πραγματικότητας.







































