
Στην τρέχουσα κοινωνιολογική αφήγηση, η γέννηση διδύμων (και ειδικά διδύμων διαφορετικού φύλου) αντιμετωπίζεται ως ένα «θαύμα» συμμετρίας, μια χαριτωμένη ιδιοτροπία της βιολογίας που καταλήγει σε ασορτί ρούχα και διπλά καροτσάκια. Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα της οικογενειακής ευτυχίας, εξελίσσεται ένα “βίαιο” κοινωνικό πείραμα. Τα δίδυμα αγόρι-κορίτσι δεν είναι απλώς αδέρφια. Είναι οι πρωταγωνιστές μιας αρχέγονης σύγκρουσης φύλων, οικονομικών πόρων και οντολογικής ταυτότητας, παγιδευμένοι σε μια αμνιακή συμβίωση που η κοινωνία πασχίζει να διαλύσει πριν καν αυτή προλάβει να αρθρώσει λόγο.
Ας ξεπεράσουμε τα τετριμμένα. Η περίπτωση των διδύμων δεν είναι ζήτημα παιδαγωγικής. Είναι ζήτημα βιοπολιτικής. Είναι η μοναδική περίπτωση όπου το αρσενικό και το θηλυκό αναπτύσσονται ως ίσοι, ως ένα ενιαίο σώμα με δύο κεφάλια, πριν οι κοινωνικοί μηχανισμοί επέμβουν για να επιβάλλουν την τάξη μέσω του διαχωρισμού.
Η Σκιά του Οιδίποδα: Η Διαχείριση της «Υπερ-Οικειότητας»
Η πρώτη πράξη του δράματος παίζεται στην αρένα της οικειότητας. Τα δίδυμα μοιράζονται μια σωματική εγγύτητα που για τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι αδιανόητη. Κοιμούνται μπλεγμένα, μοιράζονται τον ίδιο ζωτικό χώρο, αναπνέουν στον ίδιο ρυθμό. Για αυτά, το σώμα του «άλλου» δεν είναι το «άλλο φύλο», είναι προέκταση του εαυτού τους.
Και κάπου εκεί, η κοινωνία παθαίνει κρίση πανικού. Το φάντασμα της αιμομιξίας (Incest Taboo) πλανιέται πάνω από την κούνια. Οι γονείς, και αργότερα οι δάσκαλοι, προβάλλουν τις δικές τους ενήλικες νευρώσεις πάνω σε μια σχέση αγνής συμβίωσης. Μόλις τα παιδιά πλησιάσουν την προ-εφηβεία, ή και νωρίτερα, επιβάλλεται ένας βίαιος διαχωρισμός.
Η κοινωνική εντολή είναι σαφής: «Πρέπει να αποκοπείς για να ενηλικιωθείς». Το αγόρι πρέπει να μάθει ότι το κορίτσι είναι «απαγορευμένη περιοχή» και το κορίτσι ότι το αγόρι είναι «κίνδυνος». Αυτή η τεχνητή αποξένωση είναι τραυματική. Αναγκάζει τα παιδιά να «ακρωτηριάσουν» το δίδυμο κομμάτι της ψυχής τους για να χωρέσουν στα στεγανά των «φυσιολογικών» κοινωνικών ρόλο. Η υπερ-οικειότητα ποινικοποιείται σιωπηρά, και η αθωότητα θυσιάζεται στο βωμό ενός προληπτικού πουριτανισμού που βλέπει παντού σκιές, ακόμα κι εκεί που υπάρχει μόνο η αρχέγονη ενότητα.
Game Theory: Ο Πόλεμος των Πόρων είναι «Zero-Sum»
Αν η ψυχολογία είναι το ένα σκέλος της τραγωδίας, η οικονομία είναι το άλλο. Σε μια οικογένεια με δίδυμα αντίθετου φύλου, η Θεωρία των Παιγνίων βρίσκει την πιο σκληρή εφαρμογή της. Το παιχνίδι των πόρων είναι, εξ ορισμού, μηδενικού αθροίσματος (Zero-Sum Game).
Σε αντίθεση με τα αδέρφια διαφορετικής ηλικίας, όπου η επένδυση κατανέμεται χρονικά (το πρώτο παιδί σπουδάζει, το δεύτερο πηγαίνει ακόμα σχολείο), στα δίδυμα οι ανάγκες «σκάνε» ταυτόχρονα. Την ίδια χρονική στιγμή απαιτούνται δίδακτρα, την ίδια στιγμή απαιτείται στέγαση, την ίδια στιγμή απαιτείται χρόνος. Και εδώ επανέρχεται το «αόρατο χέρι» παλαιότερων δομών.
Έρευνες, όπως αυτές του Northwestern University, καταδεικνύουν μια άβολη αλήθεια: Όταν οι πόροι είναι πεπερασμένοι και η πίεση μέγιστη, η ζυγαριά τείνει ασυνείδητα να γέρνει υπέρ του αγοριού. Κάθε ευρώ που επενδύεται στην «καριέρα» του αρσενικού διδύμου, συχνά αφαιρείται από την προοπτική του θηλυκού. Το κορίτσι πολλές φορές καλείται να «κάνει πίσω», να επιλέξει μια πιο «οικονομική» λύση ή να αναλάβει ρόλο υποστηρικτικό, για να διασφαλιστεί η επιτυχία του αδερφού. Είναι μια εσωτερική ταξική πάλη πριν καν τα παιδιά βγουν στην αγορά εργασίας. Η γέννηση του δίδυμου αδερφού, λοιπόν, δεν είναι μόνο ευλογία. Για πολλές γυναίκες είναι και μια υπαρξιακή κλοπή πόρων και δυνατοτήτων στο κρίσιμο timing της ενηλικίωσης.
Κρυπτοφασία: Η Γλωσσική Ανταρσία και η Τυραννία της Διαφάνειας
Ένα από τα πιο γοητευτικά και ταυτόχρονα «επικίνδυνα» χαρακτηριστικά των διδύμων είναι η Κρυπτοφασία (Cryptophasia): η ικανότητά τους να αναπτύσσουν μια ιδιωτική, ακατάληπτη γλώσσα που μόνο τα ίδια καταλαβαίνουν. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι απλώς χαριτωμένο μωρουδιακό ψέλλισμα. Το λες και πράξη αντίστασης.
Στην εποχή της απόλυτης πληροφορίας και της «τυραννίας της διαφάνειας», όπου τα πάντα πρέπει να καταγράφονται και να ελέγχονται, τα δίδυμα δημιουργούν ένα κλειστό κύκλωμα επικοινωνίας. Ένα encrypted δίκτυο που αποκλείει τους γονείς και την κοινωνία. Αυτή η γλωσσική αυτονομία τρομάζει το σύστημα.
Η εξωτερική παρέμβαση (λογοθεραπευτές, δάσκαλοι, γονείς) σπεύδει να «διορθώσει» το πρόβλημα, να σπάσει τον κώδικα. Η επίσημη δικαιολογία είναι η καθυστέρηση στην ομιλία. Η βαθύτερη, άρρητη αλήθεια όμως, είναι ότι η εξουσία απεχθάνεται τα μυστικά. Η κοινωνία απαιτεί από τα δίδυμα να παραδώσουν το κλειδί της αποκλειστικής τους σύνδεσης και να υιοθετήσουν την «κοινή γλώσσα» της μάζας. Η εξάλειψη της κρυπτοφασίας είναι η πρώτη μεγάλη ήττα των διδύμων: η στιγμή που αναγκάζονται να προδώσουν τον μυστικό τους κόσμο για να γίνουν «λειτουργικοί» πολίτες, χάνοντας για πάντα την τηλεπαθητική, σχεδόν, κατανόηση που τα ένωνε.
Διαίρει και Βασίλευε: Το Σχολείο ως Μηχανή Καταστολής
Τέλος, ο ρόλος του θεσμικού κράτους ολοκληρώνει την αποδόμηση. Το σχολείο, ως ο κατεξοχήν μηχανισμός κοινωνικής συμμόρφωσης, εφαρμόζει στα δίδυμα την παλαιότερη πολιτική στρατηγική: «Διαίρει και Βασίλευε».
Η εμμονική, θα έλεγε κανείς, πρακτική των σχολείων να χωρίζουν τα δίδυμα σε διαφορετικά τμήματα, με την πρόφαση της «ανάπτυξης αυτόνομης προσωπικότητας», είναι στην πραγματικότητα μια πράξη εξουσίας. Ένα ζευγάρι διδύμων είναι μια ισχυρή, αυτάρκης μονάδα. Έχουν τη δική τους δομή, τους δικούς τους κώδικες, τη δική τους μικρο-κοινωνία. Δεν έχουν ανάγκη την επιβεβαίωση της «αγέλης» της τάξης. Αυτό τους καθιστά επικίνδυνους για ένα σύστημα που απαιτεί ομοιομορφία και εξάρτηση από την ομάδα.
Σπάζοντας το δεσμό, το σχολείο αποδυναμώνει τα άτομα. Τα καθιστά ευάλωτα, τα αναγκάζει να αναζητήσουν συμμαχίες αλλού, να ενταχθούν στη μάζα. Ο χωρισμός δεν γίνεται για το καλό του παιδιού. Γίνεται για την ευκολία διαχείρισης του συστήματος. Είναι μια μορφή κρατικής παρέμβασης που αποσκοπεί στο να διαλύσει την «ισχύ εν τη ενώσει» και να μετατρέψει δύο πανίσχυρους συμμάχους σε δύο μοναχικές μονάδες, έτοιμες για κατανάλωση από την αγορά εργασίας.
Αντί επιλόγου
Η ιστορία των διδύμων αντίθετου φύλου είναι, τελικά, μια ιστορία απώλειας. Είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που ξεκίνησαν ως ένα, και που η κοινωνία, η οικονομία και η εκπαίδευση συνωμότησαν για να τους κάνουν δύο ξένους.
Ίσως γι’ αυτό τα δίδυμα να κουβαλούν, πολλές φορές, μια ανεξήγητη μελαγχολία. Γιατί γνωρίζουν, σε κυτταρικό επίπεδο, ότι η «ατομικότητα» που τους επιβλήθηκε είναι ένα ψέμα. Ότι η πραγματική τους φύση ήταν η ενότητα, και ότι η ζωή τους ως ξεχωριστά άτομα είναι απλώς ο απόηχος μιας αρχέγονης, τέλειας συμμετρίας που θυσιάστηκε στο βωμό της κοινωνικής σύμβασης.
Στο μεγάλο καζίνο της ζωής, τα δίδυμα ρίχτηκαν στο τραπέζι μαζί. Αλλά το σπίτι (η κοινωνία) φροντίζει πάντα να κερδίζει, χωρίζοντάς τα μάρκα-μάρκα.
–
Επισημαίνω ότι η χρήση όρων της Θεωρίας Παιγνίων δεν είναι μεταφορική, αλλά κυριολεκτική περιγραφή της βιο-οικονομικής πραγματικότητας της σύγχρονης οικογένειας.
Υ.Γ.: Για τον Μίμη και τη Χριστίνα.




































