
Η υψηλή αρτηριακή πίεση δεν οφείλεται πάντα μόνο στον τρόπο ζωής ή στην κληρονομικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπέρταση μπορεί να συνδέεται με διαταραχές του ορμονικού συστήματος, οι οποίες επηρεάζουν τη ρύθμιση της πίεσης στον οργανισμό.
Η αυξημένη αρτηριακή πίεση αποτελεί έναν από τους συχνότερους και σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς και για νεφρική ανεπάρκεια ή βλάβες στα μεγάλα αγγεία, όπως η αορτή. Είναι πλέον τεκμηριωμένο ότι η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή ρύθμιση της υπέρτασης μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των επιπλοκών. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα, η αιτία της υπέρτασης παρέμενε άγνωστη στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Τα τελευταία χρόνια όμως, πολλές κλινικές μελέτες έχουν αναδείξει τον σημαντικό ρόλο ορισμένων ορμονών, όπως η αλδοστερόνη και η κορτιζόλη, ως αιτιών υπέρτασης. Οι ορμόνες αυτές παράγονται στα επινεφρίδια, δύο μικρούς αδένες που βρίσκονται στο πίσω μέρος της κοιλιάς, πάνω από τους νεφρούς. Η αλδοστερόνη ρυθμίζει τα επίπεδα νατρίου και κατ’ επέκταση την ισορροπία υγρών στον οργανισμό, επηρεάζοντας άμεσα την αρτηριακή πίεση. Η κορτιζόλη, γνωστή και ως «ορμόνη του στρες», συμμετέχει επίσης σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.
Η παθολογικά αυξημένη παραγωγή αλδοστερόνης (υπεραλδοστερινισμός) έχει αποδεχτεί ότι είναι η πιο συνηθισμένη ορμονολογική αιτία υπέρτασης και εκτιμάται ότι μπορεί να αφορά έως και το 20% των ασθενών με αρτηριακή υπέρταση.
Για τον λόγο αυτό, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με την υπέρταση προτείνουν πλέον όλοι οι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με υπέρταση να εξεταστούν για την ύπαρξη υπεραλδοστερινισμού. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη ο συγκεκριμένος έλεγχος πραγματοποιείται σήμερα μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό ασθενών (~ 1%).
Όπως αναφέρθηκε, η σωστή αντιμετώπιση της υπέρτασης μειώνει τον αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών. Ωστόσο, στους ασθενείς που έχουν υπέρταση λόγω υπεραλδοστερονισμού, η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης από μόνη της δεν αρκεί για να μειώσει τον κίνδυνο, ακόμη και όταν οι τιμές της πίεσης είναι φυσιολογικές. Ο κίνδυνος μειώνεται ουσιαστικά μόνο όταν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και ο ίδιος ο υπεραλδοστερονισμός.
Για παράδειγμα, αν ένας ασθενής έχει μόνο υπέρταση η οποία είναι καλά ρυθμισμένη (π.χ. 110/70 mmHg ), έχει μειωμένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, αλλά αν ο ίδιος ασθενής έχει και υπεραλδοστερινισμό που δεν έχει αντιμετωπιστεί, έχει σημαντικά αυξημένες πιθανότητες για τις ίδιες επιπλοκές ακόμη κι η αρτηριακή του πίεση είναι επίσης 110/70 mmHg.
Για τη διάγνωση του υπεραλδοστερινισμού, απαιτείται μια απλή εξέταση αίματος η οποία περιλαμβάνει τη μέτρηση της αλδοστερόνης, της ρενίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει την παραγωγή της αλδοστερόνης, καθώς και του καλίου και της νεφρικής λειτουργίας, μέσω των τιμών ουρίας και κρεατινίνης. Ως ακόμη πιο απλός έλεγχος, μπορεί να γίνει μόνο η μέτρηση της ρενίνης, κι αν είναι χαμηλή, τότε πρέπει να ακολουθήσει ο υπόλοιπος έλεγχος.
Διαβάστε περισσότερα στο kontasou.com






































