
Υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν αθώες, σχεδόν προστατευτικές, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν ως προοίμιο διάκρισης. Η φράση “ δεν είμαι ομοφοβικός αλλά” είναι μία από αυτές. Ξεκινά με μία δήλωση άρνησης, μια προσπάθεια να αποσυνδεθεί ο συνομιλητής από την κατηγορία της προκατάληψης και συνεχίζει με μία τοποθέτηση που συχνά την επιβεβαιώνει. Είναι μία φράση που φέρνει μέσα της αντίφαση : δηλώνει αποδοχή, ενώ προετοιμάζει την απόρριψη.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η φράση αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως δίκαιο και ηθικό. Η αναγνώριση ότι κάποιος μπορεί να έχει προκαταλήψεις δημιουργεί εσωτερικές συγκρούσεις. Έτσι αυτή η φράση λειτουργεί σαν “ μαξιλάρι”. Επιτρέπει στον ομιλητή να εκφράσει μία αρνητική άποψη χωρίς να αισθανθεί ότι παραβιάζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Ωστόσο για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα η εμπειρία αυτής της φράσης είναι διαφορετική. Δεν βιώνεται ως προειδοποίηση. Είναι η στιγμή που η αποδοχή μετατρέπεται σε όρους, περιορισμούς ή και αποστάσεις. Συχνά ακολουθείται από φράσεις “ αρκεί να μην προκαλούν”, “ας κάνουν ότι θέλουν αλλά όχι μπροστά στα παιδιά” ή ακόμα χειρότερα “δεν χρειάζεται να το δείχνουν”. Αυτές οι προσθήκες αποκαλύπτουν μια βασική πραγματικότητα η αποδοχή δεν είναι πλήρης, αλλά με όρους.
Η φράση αυτή σχετίζεται επίσης με μια βαθύτερη κοινωνική δυναμική: τη διάκριση μεταξύ ανοχής και αποδοχής. Η ανοχή σημαίνει “ αντέχω κάτι που δεν μου αρέσει”. Η αποδοχή σημαίνει “αναγνωρίζω κάτι ως φυσικό μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας”. Όταν κάποιος λέει δεν είμαι ομοφοβικός αλλά, συχνά εκφράζει ανοχή και όχι αποδοχή. Και αυτή η διαφορά έχει τεράστιο ψυχολογικό αντίκτυπο.
Υπάρχει επίσης η διάσταση της κοινωνικής μάθησης. Πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα οπού η ετεροφυλία παρουσιάζονταν ως η μόνη “κανονική” επιλογή. Οι αντιλήψεις αυτές δεν εξαφανίζονται αυτόματα. Ακόμα και όταν κάποιος δεν έχει πρόθεση να πληγώσει, μπορεί να αναπαράγει στερεότυπα ή αποκλεισμούς χωρίς να το συνειδητοποιεί. Η φράση αυτή λοιπόν δεν είναι πάντα προϊόν μίσους. Συχνά είναι και προϊόν άγνοιας, φόβου ή κοινωνικής συνήθειας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι λέξεις δεν έχουν σημασία. Οι λέξεις διαμορφώνουν πραγματικότητες. Όταν η αποδοχή συνοδεύεται με το “αλλά” δημιουργείται μια αόρατη γραμμή που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε “κανονικούς” και “άλλους”. Αυτή η γραμμή ακόμα και όταν δεν είναι εχθρική, είναι αποξενωτική. Το σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος χρησιμοποιεί αυτή την φράση, αλλά γιατί την χρησιμοποιεί. Είναι φόβος?, Είναι αμηχανία?, Είναι έλλειψη έκθεσης σε διαφορετικές εμπειρίες? Η κατανόηση αυτών των αιτιών είναι το πρώτο βήμα προς την εξέλιξη.
Η πραγματική αποδοχή δεν χρειάζεται προϋποθέσεις, δεν χρειάζεται “αλλά. Είναι απλή, καθαρή και σιωπηλά ισχυρή. Εκφράζεται μέσα από τον σεβασμό, την ισότητα και την αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας χωρίς εξαιρέσεις.
Ίσως τελικά, η πιο ειλικρινής φράση δεν είναι “Δεν είμαι ομοφοβικός αλλά”, αλλά “‘Έχω ακόμα πράγματα να μάθω”. Γιατί η αποδοχή δεν είναι μία στατική δήλωση, είναι μια διαδικασία. Και κάθε σωστή διαδικασία ξεκινάει με την ειλικρίνεια.
Αφιερωμένο στον δικό μου “μη κανονικό” άνθρωπο.


































