
Στις ρωγμές της πολιτικής και κοινωνικής κατάρρευσης ο ταλαντούχος συγγραφέας μιλά «Εκτός Ύλης» για όλα!!! Σε μια εποχή όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και η πολιτική μοιάζει να χάνει το νόημά της, οι λέξεις αποκτούν άλλη βαρύτητα. Ο Κώστας Λεϊμονής, με τη διεισδυτική του ματιά επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και τις ρωγμές που αυτά αφήνουν μέσα μας.
Στη συνέντευξη αυτή συζητάμε μαζί του για όσα συμβαίνουν στο πολιτικό σκηνικό αλλά και στην κοινωνία μας σήμερα, όχι ως ένα μακρινό φαινόμενο αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία- εκεί όπου η απογοήτευση συναντά την ανάγκη για ελπίδα και επαναπροσδιορισμό.
Η παράσταση «Εκτός Ύλης», βασισμένη στο έργο του Κώστα Λεϊμονή, επιχειρεί μια τολμηρή βουτιά στο εύθραυστο τοπίο της σύγχρονης πολιτικής και προσωπικής αποδόμησης. Με λόγο λιτό αλλά διεισδυτικό, ξεδιπλώνει μπροστά στον θεατή μια πραγματικότητα όπου οι έννοιες της αλήθειας, της ευθύνης και της ελπίδας δοκιμάζονται.
Η σκηνοθεσία κρατά μια ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ποιητικό, ενώ οι ερμηνείες υπηρετούν με ένταση και ειλικρίνεια το κείμενο, χωρίς υπερβολές. Η παράσταση δεν δίνει εύκολες απαντήσεις· αντίθετα, αφήνει χώρο για σκέψη, λειτουργώντας περισσότερο ως καθρέφτης παρά ως αφήγηση.
Το «Εκτός Ύλης» είναι μια ουσιαστική θεατρική εμπειρία, που παραμένει στον θεατή και μετά το τέλος της, σαν μια ανοιχτή ερώτηση για όσα τελικά μένουν… «Εκτός Ύλης»
Η παράσταση με τα επαναλαμβανόμενα sold out, ανεβαίνει εκ νέου στη Θεσσαλονίκη 08 με 10 Μαΐου, λόγω μεγάλης ζήτησης του κοινού της πόλης.

Τι σας απασχόλησε περισσότερο στη γραφή αυτού του μονολόγου: η πολιτική εξουσία ή η ανθρώπινη ευθύνη;
Αν θα μπορούσα να βάλω κάτι σε ποσοστό, θα έλεγα κατά 60% το πρώτο και κατά 40% το δεύτερο και αυτό γιατί ένιωθα τόσο μεγάλη απόγνωση βλέποντας την κατάσταση της χώρας (και ακόμα προφανώς βιώνουμε ασφυκτικές συνθήκες και πρακτικές), που η πλάστιγγα έγειρε και γέρνει προς τους πολιτικούς. Μπορεί η πηγή της εξουσίας τους να είμαστε εμείς, οι πολίτες, που ευελπιστούμε σε “εξυπηρετήσεις” ενισχύοντας αενάως τις πελατειακές σχέσεις (ο κανόνας) ή απλώς να είμαστε ρομαντικοί ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο (η εξαίρεση), αλλά για μένα η προδοσία και η ματαίωση των προσδοκιών αποτελούν πολύ μεγαλύτερα αμαρτήματα.
Πόσο άμεσα συνομιλεί το έργο με τη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα;
Δε θα μπορούσε πιο άμεσα. Και το λέω με μία πικρία, με την έννοια ότι διαφθορά και πολιτική εξουσία πάνε χέρι-χέρι στην Ελλάδα. Μα και τον ίδιο τον κόσμο να ρωτήσουμε σε μία δημοσκόπηση είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αυτό θα απαντήσει. Οι εκλογείς γνωρίζουν τι και ποιους ψηφίζουν, απλώς υπερτερεί ο ωχαδερφισμός και έχουμε τα αποτελέσματα που έχουμε κάθε φορά, εδώ και δεκαετίες.
Πρόκειται για έναν λόγο που «δεν έχει ακουστεί ποτέ στη Βουλή». Πόσο επικίνδυνη είναι η αλήθεια, όταν λέγεται δημόσια;
Κι όμως, ακούστηκε την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου το 2018 στην Αίθουσα της Γερουσίας. Σαν θεατρική παράσταση βέβαια και όχι σαν πραγματικός πολιτικός λόγος. Ο βαθμός επικινδυνότητας της αλήθειας έχει να κάνει με το τι θίγει και σε ποιους απευθύνεται. Πλέον στην Ελλάδα το κράτος δικαίου έχει ισχύ ως θεωρητική ευχή στο Σύνταγμα. Η εξουσία είναι συγκεντρωτική και η δημοκρατία μας επιφανειακή. Επομένως, όποιος λέει την αλήθεια του, αν εκείνη συμπίπτει και με την αντικειμενική αλήθεια και θίγει υπέρτερα συμφέροντα, τόσο πιο πολύ θαρραλέος είναι. Τα τελευταία χρόνια ο παραλογισμός τείνει να γίνει η συνήθεια. Αν κάποιος εκφράζει το αυτονόητο, γίνεται δακτυλοδεικτούμενος και εχθρός του κράτους. Λυπάμαι βαθιά για το σημείο που έχει φτάσει η χώρα μου. Δεν της αξίζει. Αποτέλεσμα δεκαετιών οκνηρίας, έλλειψης παιδείας και πελατειακών σχέσεων.
Πόσο απέχει ο πολιτικός λόγος από την καθημερινή εμπειρία των πολιτών;
Ο πραγματικός πολιτικός λόγος δεν θα έπρεπε να απέχει αλλά, επειδή η πολιτική αποτελεί την τέχνη της διαστρέβλωσης, η απόσταση είναι τεράστια. Δεν είδατε τι έγινε για παράδειγμα στα Τέμπη; Πήγαν αμέσως μετά το δυστύχημα και μπάζωσαν τα κόκαλα των θυμάτων με υπό σύσταση εταιρεία, άγνωστη δηλαδή αλλά γνωστή σε κάποιους, για να εξαφανιστούν ίχνη και αποδεικτικά στοιχεία με την πρόφαση της “πρόσβασης” στον χώρο. Αν ήθελαν πρόσβαση στον χώρο, θα μπορούσαν κάλλιστα να απομονώσουν αρχικά αρκετά στοιχεία που έφεραν dna και στη συνέχεια να έφτιαχναν τον χώρο. Εδώ διαφέρει ο πολιτικάντης από τον πολιτικό. Ξέρετε, επειδή είμαι και δικηγόρος, κάποια πράγματα μου φαίνονται τόσο παιδιάστικα, που δεν χωρά ο νους μου ότι θα το κάνουν και θα απαιτήσουν να το πιστέψουμε. Και όμως. Είδατε; Με ένα δυο επιδόματα όλα ξεχνιούνται.
Η εξουσία λογοδοτεί ή απλώς εναλλάσσεται;
Να λογοδοτήσει η εξουσία στην Ελλάδα; Στη δίκη των Τεμπών βλέπετε κάποιον πολιτικό στο εδώλιο του κατηγορουμένου; Στο Μάτι είδατε κάποιον πολιτικό να μπαίνει φυλακή; Πέρα από το κατάπτυστο άρθρο 86 του Συντάγματος, που χρήζει άμεσα συνταγματικής αναθεώρησης, μην πω κατάργησης, η εξουσία αλλάζει ρούχα και χρώματα. Και όταν καλείται να λογοδοτήσει κάθε περίπου 4 χρόνια, ο ψηφοφόρος είτε θα απέχει, γιατί προτιμά να κοιμηθεί ή να πάει για καφέ, είτε θα έρθει με το έτοιμο, σταυρωμένο ψηφοδέλτιο του κόμματος που ψηφίζεται από πάππου προς πάππον. Υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά δεν μας σώζουν. Η αλλαγή νοοτροπίας είναι αυτή που θα μας σώσει, όταν αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχουν πλέον κοτζαμπάσηδες, ότι έχουμε πάψει να είμαστε ραγιάδες.
Είναι η διαφθορά σύμπτωμα ή βασική αιτία της πολιτικής κρίσης;
Για κάποιους πολιτικούς μπορεί να είναι αναγκαίο κακό και το αποδέχονται, για κάποιους άλλους εν γνώσει τους προαπαιτούμενο για την επιτυχία αλλά σίγουρα η σήψη της ψυχής από την έλλειψη παιδείας οδηγεί στη διαφθορά και στην ευρύτερη πολιτική κρίση.
Είναι η κρίση των θεσμών ή η κρίση εμπιστοσύνης πιο επικίνδυνη για τη δημοκρατία;
Όταν μελετούσα Συνταγματικό Δίκαιο στο πρώτο έτος της σχολής, το έκανα με δέος. Ακόμα το θυμάμαι. Σεβόμουν το Σύνταγμα και θαύμαζα τον νομοθέτη, το θεωρούσα σαν το ιερό Ευαγγέλιο του κράτους. Πράγματι, δεν μας φταίει το Σύνταγμα για το πολιτικό τέλμα, στο οποίο έχουμε φτάσει. Είναι λυπηρό να υποβαθμίζει κανείς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να μην εμπιστεύεται την Δικαιοσύνη και να λοιδορεί την εκτελεστική εξουσία. Ο κάθε υπουργός και βουλευτής θα έπρεπε να χαίρει άκρας εκτίμησης από το σύνολο των ψηφοφόρων σε ένα ευνομούμενο κράτος λόγω του κύρους του αξιώματος που υπηρετεί. Βλέπετε, όμως, να γίνεται χρήση του ρήματος “υπηρετώ”; Εγώ βλέπω μία αδιανόητη έπαρση ή στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορία απέναντι στον λαό. Βλέπω υπουργούς και βουλευτές να απευθύνονται σε γυναίκες στο κοινοβούλιο με φράσεις, όπως “πήγαινε να κάνεις κανένα παιδί, τράβα στην κουζίνα σου, άσε μας κουκλίτσα μου” κλπ. Όταν δεν σέβονται ο ένας τον άλλο, πώς αξιώνουν να τους σέβεται ο κόσμος; Θεσμοί και εμπιστοσύνη πάνε μαζί. Πώς θα δεχτώ ήρεμα μία κλήση από ένα αστυνομικό όργανο, όταν πριν από τρεις μέρες μπορεί ένας συνάδελφός του να έχει χτυπήσει αλύπητα στον δρόμο ένα παιδί; (Το 2008 μάλιστα σκότωσαν παιδί.) Ή και το αντίστροφο: Πώς ένα αστυνομικό όργανο θα νιώσει ότι δρα δίκαια, όταν δέχεται ομοβροντία από πέτρες και βρισιές για τη μητέρα του; Θέλω να πω ότι τα πάντα είναι δράση – αντίδραση και ξεκινούν από την παιδεία.
Πώς μπορεί μια κοινωνία να επουλώσει τις αόρατες πληγές της κρίσης;
Με την παιδεία. Όχι με φροντιστήρια και πτυχία αλλά να μάθει στα παιδιά την αγάπη και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο. Όσο περιφέρουμε τα παιδιά μας σαν τρόπαια, για να φανούμε κάποιοι στην κοινωνία και όχι σαν αυθόρμητα προϊόντα αγάπης, όσο τα μαθαίνουμε ότι οι αλλόγλωσσοι, οι αλλόθρησκοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι μετανάστες και χίλιες δυο άλλες κοινωνικές ομάδες είναι δήθεν κατώτεροι από εμάς, τόσο οι πληγές θα συνεχίζουν να στάζουν ανεξέλεγκτα.
Τι είδους μέλλον μπορεί να χτιστεί πάνω σε μια τόσο βαθιά δοκιμασία;
Αν αλλάξουμε, λαμπρό. Αν μείνουμε, όπως είμαστε, θα καταστραφούμε μόνοι μας σε κάποιες εκατονταετίες και δεν εννοώ απαραίτητα από πολέμους αλλά από ψυχασθένειες, καθώς ο άνθρωπος δεν θα έχει καμία συναισθηματική άμυνα και εφόδιο να αντέξει την ίδια του την αμετροέπεια και την αλαζονεία. Εκτός, βέβαια, αν μας προλάβει η ίδια η ζωή (βλ. Κροίσο, τον βασιλιά της Λυδίας, στις Ιστορίες του Ηροδότου κ.λπ)
Έχουμε συλλογική μνήμη πολιτικών λαθών ή είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλαμβάνουμε;
Η μνήμη μας είναι επιλεκτική και σύντομη. Εξαρτάται από το κόμμα που υποστηρίζουμε. Είναι πολύ απλό. Ακόμα κι αν επαναληφθεί η ιστορία, ο Έλληνας δε μαθαίνει εύκολα και αυτό, γιατί τού τάζουν εύκολα. Είμαστε ένας πολύ έξυπνος λαός, όμως η εξυπνάδα δεν πρέπει να θεωρείται πάντα προτέρημα. Ειδικά, όταν τρέπεται σε πονηρότητα ή συναίσθηση της κατάστασης από νωρίς και άρα απογοήτευση. Μέχρι τώρα, πάντως, η ίδια η Ιστορία έχει δείξει ότι τα επαναλαμβάνουμε με θράσος.
Τι θα σήμαινε πραγματική πολιτική ωρίμανση για την ελληνική κοινωνία;
Να ψηφίζει το 95% και όχι το 50%. Να αντιδρά στο παράλογο της όποιας εξουσίας ακόμα και ο οπαδός του κόμματος που εξουσιάζει. Να διαδηλώνει ειρηνικά, να μην χωρίζει τους πολίτες σε κατηγορίες. Να αγαπά ο πολίτης τον πλησίον του, να έχει αλλεργία στο ψέμα.
Πόσο ειλικρινής είναι σήμερα ο πολιτικός λόγος απέναντι στην κοινωνία;
Σας απαντώ ως εξής: Εσείς μάθατε ποιος ήταν ο Μάκης στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ; Γιατί η κομματική πλειοψηφία της Εξεταστικής Επιτροπής δεν κατάλαβε και ο αρμόδιος υπουργός αθωώθηκε πανηγυρικά. Ο υπουργός μεταφορών πριν από μία εβδομάδα από το εγκληματικό δυστύχημα των Τεμπών και έλεγε ότι είναι ντροπή να αμφισβητούμε την ασφάλεια στους σιδηρόδρομους. Κουνούσε με στόμφο και το χέρι του. Πού ήταν οι – σε άλλες χώρες αυτονόητες και δεδομένες – δικλείδες ασφαλείας, όταν συνέβη ένα ανθρώπινο λάθος;
Πιστεύετε ότι η δημόσια συγγνώμη έχει ακόμη νόημα ή έχει φθαρεί από την επανάληψη;
Από τότε που βρέθηκε η συγγνώμη χάθηκε το φιλότιμο. Ο υπουργός Μεταφορών μετά το δυστύχημα των Τεμπών παραιτήθηκε (χωρίς να ζητήσει συγγνώμη, αλλά έστω ότι η στάση του το εννοούσε) και ύστερα από 3 μήνες έβαλε ξανά υποψηφιότητα με τη σύμπραξη του αρχηγού του κόμματός του. Τι νόημα έχει να πεις μια συγγνώμη και να μην την εννοείς; Σε αντίθεση με τον ήρωα του έργου μου, που μέσα από έναν λόγο 70 λεπτών μάς εξηγεί ακριβώς τους λόγους της αληθινής του συγγνώμης.
Μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη χωρίς έμπρακτη αυτοκριτική;
Όχι. Αν δεν προηγηθεί η αυτογνωσία, πώς θα διορθωθούν τα ατομικά ατοπήματα και λάθη, ώστε στη συνέχεια να προχωρήσουμε στη συλλογική μας εξέλιξη; Πώς θα αναδιαμορφωθεί η συλλογική μας συνείδηση αν δεν σκάψουμε βαθιά μέσα μας πρώτα;
Πόσο ανθεκτικές είναι σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα σε συνθήκες διαρκούς πίεσης;
Αν τα συναισθήματα που τις κρατούν και τις συγκρατούν είναι ουσιώδη και αληθινά, θα αντέξουν. Εξάλλου, όσο πιο ζοφερή και σκληρή είναι η καθημερινότητα, τόσο περισσότερο έχουμε την ανάγκη να κουρνιάσουμε σε δικούς μας ανθρώπους, που στηρίζουμε και μας στηρίζουν.

Είναι η γραφή ένας τρόπος να δώσουμε φωνή σε ό,τι δεν αντέχει να μιλήσει αλλιώς;
Ασφαλώς. Έτσι δημιουργήθηκε το “Εκτός ύλης”, το οποίο είχε αρχικό τίτλο “Ο μονόλογος ενός καθ΄ ομολογία παράλογου”. Είχα ανάγκη να εκπροσωπήσω τη γενιά μου και όχι μόνο και να βγάλω μία κραυγή απόγνωσης απέναντι στον παραλογισμό που ζούσαμε και ζούμε. Και όχι μόνο η γραφή αλλά όλες οι εκφάνσεις της τέχνης.
Τι πιστεύετε ότι μένει τελικά στον θεατή φεύγοντας από την παράσταση;
Μένει, από αυτά που έχω ακούσει, μία μεγάλη ικανοποίηση αλλά και ένα μεγάλο “γιατί”. Είτε “γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι πολιτικοί σήμερα”, είτε “γιατί να παραιτηθεί ένας τέτοιος άνθρωπος”; Για το πρώτο θα απαντήσω ότι αν υπήρχαν τέτοιοι πολιτικοί, θα ζούσαμε ευτυχισμένοι. Δεν υπάρχουν, γιατί έχουν παραμορφώσει τις ηθικές τους σκαλωσιές. Ένας γνωστός, μολυσματικός ιός της εξουσίας προέκυψε στις “εργοστασιακές τους ρυθμίσεις”. Για το δεύτερο έχω να πω ότι ο υπουργός του έργου παραιτείται, γιατί υπήρξε άκρως διεφθαρμένος. Η συγγνώμη του δεν του δίνει άφεση αμαρτιών ούτε αλλάζει το γεγονός ότι συνέβαλε κι εκείνος στην αξιακή σήψη της χώρας. Να μείνει να σώσει τι; Τη χώρα που ο ίδιος κατέστρεψε; Και ποιος εγγυάται ότι το “τέρας” δεν θα τον τυλίξει πάλι; Παρ’ όλα αυτά, οι θεατές αφήνοντας τη θεατρική αίθουσα βγαίνουν φανερά αφυπνισμένοι, νιώθουν ότι βρίσκονται προ των ευθυνών τους, αναρωτιούνται: “Και τώρα τι κάνουμε; Πώς αλλάζουμε την κατάσταση;” Εδώ η σημασία της τέχνης και του θεάτρου είναι ακανθώδης. Το θέμα που ανακύπτει είναι τι κίνητρο υπάρχει την επόμενη μέρα από την παράσταση για τον καθένα.
Στις 24 Φεβρουαρίου το θεατρικό σας έργο παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Με τι αφορμή έγινε αυτό; Πώς νιώσατε ως συγγραφέας με μία τέτοια επιτυχία, πέραν της εμπορικής που συνολικά γνωρίζει το έργο για τέσσερα χρόνια;
Το έργο εκτυλίσσεται στη Βουλή, άρα το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο αποτελεί και αυτό τον φυσικό του χώρο. Ύστερα από επίσημη πρόταση – πρόσκληση της ευρωβουλευτή, κ. Έλενας Κουντουρά, την οποία ευχαριστούμε θερμά, παρουσιάσαμε την παράστασή μας στο ευρωπαϊκό όργανο λήψης αποφάσεων, για το οποίο γνώριζα αρκετά πράγματα από τη σχολή και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλά δεν το είχα επισκεφθεί ως τότε. Παραβρέθηκαν Έλληνες ευρωβουλευτές και εργαζόμενοι του κοινοβουλίου, όπως και αρκετοί Έλληνες που κατοικούν στις Βρυξέλλες. Η εμπειρία ήταν μοναδική. Να βλέπεις έναν τόσο σπουδαίο ηθοποιό, όπως ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, να κεντάει ερμηνευτικά ακόμα μία φορά σε έναν ιερό θεσμικά χώρο. Μεγάλη συγκίνηση και χαρά για όλους μας. Στις Βρυξέλλες είχαν έρθει από τον θίασο και η σκηνοθέτριά μας, Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, οι υπόλοιποι ηθοποιοί, Δημήτρης Κωνσταντινίδης, Ελένη Θεοχάρη και Κωνσταντίνος Μπάρκος, όπως επίσης και ένας από τους παραγωγούς της παράστασης στην Ελλάδα, ο Παναγιώτης Φανταγμάς.
Πλέον, φαντάζομαι, θα σας είναι πολύ πιο εύκολος ο δρόμος στο ανέβασμα των έργων;
Καθόλου. Σίγουρα υπάρχει μία μεγαλύτερη αναγνώριση στον θεατρικό χώρο αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είναι ο τύπος μου να εισέρχομαι συμφεροντολογικά σε κατεστημένες παρέες. Θέλω η σχέση να είναι πραγματική. Άλλο βέβαια η φιλία κι άλλο η συνεργασία. Συστήνομαι πάντα από την αρχή, όταν θέλω να προτείνω ένα έργο. Είναι σαν την πρώτη φορά. Μην κοιτάτε τα πέντε πολύ γνωστά ονόματα συγγραφέων που στριφογυρίζουν στον χώρο της τηλεόρασης και έχουν επεκταθεί σε θέατρο και κινηματογράφο λόγω της πορείας τους. Ο δρόμος για εμάς τους πιο “μοναχικούς” είναι αρκετά δύσκολος. Πριν από 3 χρόνια είχα δώσει το κείμενο σε έναν πολύ γνωστό θεατρικό παραγωγό που έχει πολλά θέατρα στην Αθήνα και του είχα προτείνει, αφού είχα μιλήσει μαζί της, μία αρκετά γνωστή σκηνοθέτρια. Καταλήξαμε στο να προταθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος από την σκηνοθέτρια στην Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Περνούσαν μέρες και μου έλεγε η σκηνοθέτρια ότι μίλησαν μεταξύ τους και ότι θα αργήσει η Μίρκα να απαντήσει, ότι είναι στην Κύπρο κλπ. Ύστερα από ένα μήνα, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Πήρα την πρωτοβουλία και κάλεσα την κυρία Παπακωνσταντίνου στο τηλέφωνο να μου πει αν είχε διαβάσει το έργο και η απάντησή της ήταν ότι όχι μόνο δεν είχε λάβει κάτι αλλά δεν είχε μιλήσει ποτέ και με τη σκηνοθέτρια! Όταν ενημέρωσα τον παραγωγό, δεν φάνηκε να του κάηκε καρφί. Δύο χρόνια μετά είδα η συγκεκριμένη σκηνοθέτρια και ο συγκεκριμένος παραγωγός να συνεργάζονται σε άλλο έργο. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του πόσο σκληρός και υποκριτικός είναι ο χώρος της υποκριτικής.
Ποια είναι τα θεατρικά σας σχέδια για το μέλλον;
Όταν κοπάσει η επιτυχία του Εκτός Ύλης Reloaded, καθώς μέχρι σήμερα, όπου πάμε κάνουμε διπλές sold out παραστάσεις – και εύχομαι να αργήσει να κοπάσει και ευχαριστούμε πολύ τον κόσμο για αυτό - θα ήθελα να πείσω τον Γεράσιμο να κάνει και το Εκτός Ύλης 2, το οποίο αποτελεί τη συνέχεια και την ολοκλήρωση της σκέψης μου για αυτόν τον ήρωα, ο οποίος στο δεύτερο μέρος απολογείται ενώπιον του δικαστηρίου, επειδή το σύστημα τον έχει κατηγορήσει για προσβολή του πολιτεύματος. Τέλος, θέλω να ολοκληρώσω μία πολιτική κωμωδία και να αρχίσω να ασχολούμαι ξανά με τη μεγάλη μου αγάπη, τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος.
Σας ευχαριστώ πολύ!!








































