
Στην Ελλάδα, η άσφαλτος δεν είναι απλώς ένα μίγμα αδρανών υλικών και πίσσας που εξυπηρετεί τη μεταφορά. Είναι μια θεατρική σκηνή, ένα πεδίο μάχης και, κυρίως, ένας τόπος όπου συντελείται μια σιωπηρή αλλά εκκωφαντική επικοινωνία.
Αν ένας αλλοδαπός παρατηρητής επιχειρούσε να αποκωδικοποιήσει την οδική συμπεριφορά του Έλληνα διαβάζοντας μόνο τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), θα αποτύγχανε παταγωδώς. Κι αυτό γιατί στην ελληνική επικράτεια, ο ΚΟΚ αποτελεί απλώς μια γραφειοκρατική σύσταση, μια «προαιρετική λογοτεχνία». Ο πραγματικός νόμος, το άγραφο σύνταγμα της εθνικής οδού, γράφεται καθημερινά μέσω μιας περίπλοκης γλώσσας: της γλώσσας των φώτων.
Πρόκειται για μια λειτουργική αναρχία. Ένα σύστημα που γεννήθηκε από την ανάγκη ενός λαού, ο οποίος δυσκολεύεται να πειθαρχήσει σε άνωθεν εντολές, να δημιουργήσει τους δικούς του κανόνες επιβίωσης. Ο μοχλός των φλας και των προβολέων στο ελληνικό αυτοκίνητο δεν είναι μηχανικό εξάρτημα. Είναι η προέκταση των φωνητικών χορδών του οδηγού.
Η «Φωτεινή Βία» της Αριστερής Λωρίδας
Η πιο διαδεδομένη διάλεκτος αυτής της γλώσσας είναι αναμφίβολα η επιθετική. Στην αριστερή λωρίδα της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας ή της Ολυμπίας Οδού, τα φώτα δεν χρησιμεύουν για να βλέπεις, αλλά για να διώχνεις. Το επίμονο, ρυθμικό «παίξιμο» της μεγάλης σκάλας από το θηριώδες SUV που πλησιάζει με ταχύτητα απογείωσης, δεν είναι παράκληση. Είναι μια δήλωση ταξικής και ιπποδύναμης υπεροχής.
Σημειολογικά, αυτό το σινιάλο μεταφράζεται ως εξής: «Ο χρόνος μου είναι ακριβότερος από τον δικό σου. Η ύπαρξή σου σε αυτή τη λωρίδα προσβάλλει την αισθητική της ταχύτητάς μου. Εξαϋλώσου».
Είναι μια μορφή οδικού bullying, νομιμοποιημένη από την αποδοχή της πλειοψηφίας. Ο οδηγός που δέχεται τα φώτα, συχνά υπακούει αντανακλαστικά, αναγνωρίζοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς που επιβάλλει ο ισχυρότερος (ή ο πιο βιαστικός) στο οδόστρωμα. Εδώ, τα φώτα είναι το μαστίγιο μιας σύγχρονης, ασφάλτινης ζούγκλας.
Η Συνωμοσία της Αλληλεγγύης: Το Αντι-Μπλόκο
Στον αντίποδα της επιθετικότητας, ωστόσο, τα φώτα μετατρέπονται στο υπέρτατο εργαλείο κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι η στιγμή που ο Έλληνας οδηγός, βλέποντας το περιπολικό ή το ραντάρ της Τροχαίας στο αντίθετο ρεύμα, αποφασίζει να προειδοποιήσει τους «συναδέλφους» του. Το διπλό, κοφτό αναβοσβήσμα των προβολέων είναι το σύγχρονο σήμα καπνού των Ινδιάνων.
Το μήνυμα εδώ είναι σαφές και έντονα πολιτικό: «Προσοχή, ο εχθρός παραμονεύει. Κόψε ταχύτητα για να γλιτώσεις το πρόστιμο».
Αυτή η πράξη αποκαλύπτει μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία: το κράτος (και ο νόμος) θεωρείται εισπρακτικός μηχανισμός και όχι ρυθμιστής ασφάλειας. Οι οδηγοί ενώνονται σε μια άτυπη αδελφότητα παραβατικότητας, όπου η προστασία της τσέπης του αγνώστου προέχει της τήρησης του νόμου. Είναι μια πράξη συνενοχής, βαπτισμένη ως αλληλοβοήθεια, που αποδεικνύει ότι στην Ελλάδα, η πίστη στην «ομάδα» είναι ισχυρότερη από την πίστη στο θεσμό.
Τα Αλάρμ ως «Μανδύας Νομιμότητας»
Αν υπάρχει ένα κουμπί στο ταμπλό που έχει κακοποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλο, αυτό είναι το κουμπί των αλάρμ (φώτα έκτακτης ανάγκης). Στην ελληνική πραγματικότητα, ο όρος «έκτακτη ανάγκη» έχει επαναπροσδιοριστεί πλήρως. Τα αλάρμ δεν δηλώνουν πια βλάβη ή κίνδυνο. Δηλώνουν ιδιωτική βούληση.
Το διπλοπαρκάρισμα σε κεντρική λεωφόρο για την αγορά τυρόπιτας, η στάση πάνω σε διάβαση πεζών για ανάληψη από ΑΤΜ, ή το μπλοκάρισμα μιας λωρίδας κυκλοφορίας για «να πεταχτώ για λίγο», όλα νομιμοποιούνται δια μαγείας με το πάτημα αυτού του κουμπιού. Τα αλάρμ λειτουργούν ως ασπίδα ατιμωρησίας. Είναι σαν ο οδηγός να λέει: «Ξέρω ότι παρανομώ, αλλά αφού άναψα τα λαμπάκια, σας ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη και απαιτώ την κατανόησή σας».
Είναι συγκλονιστικό το πώς ένας ολόκληρος λαός έχει αποδεχτεί ότι τέσσερα πορτοκαλί λαμπάκια που αναβοσβήνουν μπορούν να καταργήσουν κάθε πινακίδα απαγόρευσης στάθμευσης. Είναι η τελετουργική συγγνώμη του νεοέλληνα, που πιστεύει ότι η πρόθεσή του (να εξυπηρετηθεί γρήγορα) είναι ανώτερη από τη ροή της πόλης.
Η Σιωπή των Φλας: Το Στρατηγικό Πλεονέκτημα
Και τέλος, φτάνουμε στη μεγάλη απουσία: το φλας. Η χρήση του δείκτη πορείας στην Ελλάδα θεωρείται από πολλούς ως ένδειξη αδυναμίας ή, ακόμα χειρότερα, ως παραχώρηση πληροφορίας. Γιατί να αποκαλύψεις τις προθέσεις σου στον «αντίπαλο» που κινείται δίπλα σου;



































