
Η υπόθεση της Μυρτούς στο Αργοστόλι δεν είναι απλώς μια τραγωδία. Είναι ένας καθρέφτης. Και μέσα σε αυτόν φαίνεται καθαρά μια κοινωνία που συνεχίζει να αποτυγχάνει – όχι μόνο να προστατεύσει, αλλά και να κατανοήσει.
Ένας άνθρωπος βρέθηκε εκτεθειμένος, ευάλωτος, και τελικά αβοήθητος. Και αντί η δημόσια συζήτηση να σταθεί στην ουσία — στην ευθύνη, στην αδιαφορία, στις συνθήκες που οδήγησαν εκεί — μετατοπίστηκε σε κάτι βαθιά προβληματικό: στην εξωτερική εικόνα, στις επιλογές, στο “τι έκανε” και “πώς φαινόταν”.
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι μηχανισμός. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα τις ευθύνες της. Όταν ένα άτομο βρεθεί σε ευάλωτη θέση — όχι επειδή «είναι λιγότερο», αλλά επειδή εκτίθεται σε κίνδυνο, έλλειψη προστασίας ή άνιση μεταχείριση — το βλέμμα μετατοπίζεται από το πλαίσιο στο άτομο. Από το «τι δεν λειτούργησε γύρω του» στο «τι έκανε το ίδιο λάθος».
Και εδώ χρειάζεται να είμαστε ξεκάθαροι: το να είσαι γυναίκα, παιδί, ΛΟΑΤΚΙ άτομο ή μετανάστης δεν σημαίνει ότι υστερείς. Δεν σημαίνει ότι είσαι λιγότερος. Σημαίνει ότι σε μια κοινωνία με προκαταλήψεις και στερεότυπα, κάποιοι σε τοποθετούν σε θέση ευαλωτότητας. Η ευαλωτότητα δεν είναι ταυτότητα. Είναι συνθήκη που επιβάλλεται.
Εκεί ακριβώς γεννιέται αυτός ο αόρατος αλλά διαρκής πόλεμος απέναντι στους ανθρώπους που στοχοποιούνται. Ένας πόλεμος χωρίς όπλα, αλλά με λόγια. Με υπονοούμενα. Με δημόσια σχόλια που διαβρώνουν την αξιοπρέπεια και ακυρώνουν την εμπειρία του άλλου.
Η πατριαρχική και ευρύτερα ιεραρχική νοοτροπία που διαπερνά τέτοιες αντιδράσεις δεν αντέχει την απόκλιση. Όποιος δεν εντάσσεται στο «κανονικό», γίνεται εύκολα αντικείμενο κρίσης. Και όταν αυτός ο άνθρωπος βρεθεί σε κίνδυνο, αντί να προστατευτεί, καλείται να απολογηθεί.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτή η στάση λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Η ιδέα ότι «σε εμένα δεν θα συμβεί» στηρίζεται συχνά στην πεποίθηση ότι τα θύματα «κάτι έκαναν». Είναι μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Όμως στην πράξη, μετατρέπει την ευαλωτότητα σε στίγμα και ενισχύει τη σιωπή.
Η ουσία δεν είναι πώς έμοιαζε η Μυρτώ. Η ουσία είναι γιατί δεν υπήρξε επαρκής προστασία. Γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν αντανακλαστικά φροντίδας. Γιατί η κοινωνική αντίδραση ήταν η κριτική και όχι η ευθύνη.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε ουσιαστικά για αλλαγή, τότε χρειάζεται να μετατοπίσουμε ριζικά τον τρόπο που αντιδρούμε:
Σε κοινωνικό επίπεδο, απαιτείται ενεργή αποδόμηση του λόγου που στοχοποιεί. Δεν πρόκειται για «άλλη άποψη». Πρόκειται για λόγο που ενισχύει τη βία, την περιθωριοποίηση και την απενεχοποίηση της αδιαφορίας. Η ανοχή απέναντι σε αυτόν τον λόγο τον κανονικοποιεί.
Σε επίπεδο εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης, η ενσυναίσθηση πρέπει να αποκτήσει πρακτική διάσταση. Να μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τις συνθήκες που καθιστούν κάποιον εκτεθειμένο, χωρίς να τον ορίζουμε μέσα από αυτές.
Σε επίπεδο επαγγελματιών πρώτης γραμμής, είναι κρίσιμο να αναγνωρίζεται έγκαιρα η έκθεση σε κίνδυνο. Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία· είναι ένδειξη ότι απαιτείται προστατευτική και άμεση παρέμβαση.
Σε θεσμικό επίπεδο, η λογοδοσία οφείλει να είναι ξεκάθαρη. Όπου υπάρχουν κενά προστασίας, αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται και να διορθώνονται, χωρίς μετατόπιση ευθυνών προς τα ίδια τα άτομα που επλήγησαν.
Και σε ατομικό επίπεδο, η πιο ουσιαστική αλλαγή είναι η παύση της αυτόματης κρίσης. Να σταματήσουμε να ερμηνεύουμε ζωές μέσα από στερεότυπα. Να επιλέγουμε συνειδητά να μην συμβάλλουμε σε αυτόν τον «πόλεμο» που στρέφεται πάντα προς τα ίδια πρόσωπα.
Γιατί αυτό που συμβαίνει δεν είναι μεμονωμένο. Είναι μοτίβο. Και κάθε φορά που επαναλαμβάνεται, ενισχύεται η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερη κατανόηση, λιγότερη προστασία, λιγότερη φωνή.
Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μας εξοργίζει, δεν είναι οι επιλογές ή η εικόνα ενός ανθρώπου. Είναι η ευκολία με την οποία μια κοινωνία επιτίθεται σε εκείνον που ήδη βρίσκεται εκτεθειμένος.
Και αυτή η στάση δεν είναι απλώς αποτυχία. Είναι ευθύνη — που δεν μπορούμε πλέον να μεταθέτουμε





































